γράφει ο Β.Γ.

«Κωλόγερε! Ε κωλόγερε!»
Τρόμαξα. Ένας τύπος, ανεβασμένος σε μηχανάκι, πιέζει τη μούρη του στο τζάμι του αυτοκινήτου μου. Το πρόσωπό του κατακόκκινο, τα μάτια του γουρλωμένα. Ωρύεται. Απειλεί να με κάνει κομμάτια.
Στις βρισιές του κυριαρχεί το ‘‘κωλόγερος’’. Το επανέλαβε τόσες φορές που με έβαλε σε σκέψεις. Τι σχέση θα μπορούσα να έχω εγώ; Εντάξει, δε λέω, είμαι μεγαλούτσικος, αλλά όχι δα και… Δεν μπορεί, ή θα με πέρασε για κάποιο άλλο, μεγάλης ηλικίας άτομο, με το οποίο έχει σοβαρές διαφορές, ή, είναι τρελός.
Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να πάρω τις προφυλάξεις μου. Γι’ αυτό, ασφάλισα την πόρτα, κατέβασα λίγο το τζάμι και με ταπεινότητα ρώτησα: «Σε μένα το λέτε κύριε;» – «Ναι, σε σένα ρε κωλόγερε!» μου απάντησε… και δε με τάραξε τόσο η βαναυσότητα ή το απαξιωτικό τού ύφους του, που άλλωστε τα είχα ήδη υποστεί, όσο ο κατηγορηματικός, απόλυτος θα ’λεγα τρόπος που επέμενε ότι δεν είχε κάνει λάθος. Απευθυνόταν σε μένα, τον Αντώνη το Νικολόπουλο, που, καμιά αμφιβολία δε χωρούσε – ήμουνα κωλόγερος!

Το φανάρι μόλις είχε δείξει κόκκινο. Σταματήσαμε. Εγώ μπροστά, αυτός ακριβώς πίσω μου. Δεν τον είχα δει.
Για δυο-τρία δευτερόλεπτα πρέπει να χαλάρωσα την επαφή του ποδιού μου με το φρένο, και καθώς ο δρόμος ήταν ελαφρά ανηφορικός, το αυτοκίνητο κύλισε μερικά εκατοστά προς τα πίσω. Ούτε που το κατάλαβα. Ο τύπος όμως τα χρειάστηκε κι έσπευσε φουριόζος να ζητήσει εξηγήσεις.
Για μια στιγμή σκέφτηκα να του πω ότι έφταιγε κι αυτός, γιατί δεν είχε κρατήσει την απόσταση που έπρεπε. Έκρινα ότι δε θα ’χε νόημα· θα τον ερέθιζα ακόμη περισσότερο. Παραδέχτηκα λοιπόν την ενοχή μου και του ζήτησα συγγνώμη. Την αρνήθηκε μ’ έναν άκρως προσβλητικό, αυθάδη τρόπο, που με άφησε εμβρόντητο. «Ρε κωλόγερε, σε ποιον τα πουλάς αυτά;» Δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη.
Στο μεταξύ, το φανάρι άναψε πράσινο και ξεκίνησα. Εφιάλτης ήταν, τελείωσε, είπα από μέσα μου… Έπεσα έξω. Συνέχισε να με στολίζει με ακατανόμαστες βρισιές, φροντίζοντας να κινείται παράλληλα, σε μισό μέτρο απόσταση από το αυτοκίνητό μου.
Ήταν ολοφάνερο πια ότι κινδύνευα. Κι εκεί που πανικόβλητος προσπαθούσα να βρω τρόπο να αντιδράσω και εικόνες από νοσοκομεία, επιδέσμους και σωληνάκια είχαν ήδη αρχίσει να θολώνουν το μυαλό μου, ο διώκτης μου, με κίνδυνο να γκρεμοτσακιστεί, ήρθε όσο πιο κοντά γινόταν και μου φώναξε: «Έχε χάρη ρε που δε γαμάω κωλόγερους», και αμέσως μετά, πατώντας γκάζι, ξεκουμπίστηκε.

Πέρα από την αστυνομική μου ταυτότητα, τα μαλλιά μου που αραιώνουν, τις ρυτίδες στο πρόσωπό μου που βαθαίνουν, τα στίγματα που παρατηρώ στο δέρμα μου να αυξάνουν σε πλήθος και μέγεθος και ολοένα να σκουραίνουν, πέρα λοιπόν απ’ όλα αυτά και ίσως ένα σωρό άλλα που μου είναι δυσάρεστο να αναφέρω, το συγκεκριμένο επεισόδιο ήταν μια ακόμη υπενθύμιση, ομολογουμένως βίαιη, ότι έχω φορτωθεί με χρόνια.

Έφτασα στο σπίτι και, προς μεγάλη μου έκπληξη, το επεισόδιο που πριν μισή ώρα τόσο έντονα είχα ζήσει επαναλαμβανόταν, αλλά τώρα, σε άλλη διασκευή – χαριτωμένη, ανάλαφρη, θα την έλεγε κάποιος τρίτος· γλυκόπικρη εγώ. Πρωταγωνιστής, αυτή τη φορά, ο τετράχρονος Φίλιππας, εγγονός του γείτονά μου, του Γιάννη.
Είχα πάρει θέση και περίμενα να ’νοίξει η γκαραζόπορτα για να παρκάρω στο χώρο της πιλοτής, τη στιγμή που παππούς και εγγονός, πιασμένοι χέρι χέρι, επέστρεφαν από τον παιδικό σταθμό. Βάδιζαν στο πεζοδρόμιο και ήδη ήμουν εμπόδιο στην πορεία τους. Κοντοστάθηκαν λοιπόν, περιμένοντας κι αυτοί μαζί μου. Στα λίγα δευτερόλεπτα της αναμονής, ο Γιάννης προέτρεψε τον μικρούλη να με χαιρετήσει. Αυτός γύρισε, μου έριξε μια ματιά και σήκωσε θαρρετά το χεράκι του: «Παππούλη; γεια»…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *