Γιατί γράφεις;

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Γιατί γράφεις;

Έτσι, για την πλάκα μου, το κέφι μου κάνω. Μπορεί να γράφεις, γιατί θέλεις να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να τα καταφέρεις και εδώ, όπως τα κατάφερες και σε τόσα άλλα πράγματα που έμπλεξες κατά καιρούς.

Μπορεί να θυμήθηκες εκείνο το πελαργόνι, που πέταγε πάνω από τη λίμνη της Καστοριάς, πριν από σαράντα χρόνια.

Μπορεί να θυμήθηκες εκείνη τη σκατόφατσα, τον επιλοχία από τον στρατό. Θεέ μου, τι μούρχονται στο νου! πού τον θυμήθηκα εκείνον τον βλάχο!

Μπορεί να βρωμάς ακόμα πάνω σου, εκείνο το απαίσιο πατσουλί που φόραγε η διπλανή σου στο λεωφορείο χθες. Ναι, αυτή που κρεμόντουσαν στα αυτιά της κάτι κρουστά, και σε κάθε φρενάρισμα του οδηγού αυτά πηγαινοέρχονταν σαν καμπανάκια.

Κόλαση οι θύμισες του μυαλού σου.

Μπορεί να γράφεις, γιατί σου αρέσει να είσαι ένας παραμυθάς. Να στήνεις χαρακτήρες, να οργανώνεις συνομωσίες, να εξαπατάς τον αναγνώστη ότι αυτό που διαβάζει είναι μια αληθινή ιστορία, που συνέβη σε κάποιον, κάποτε, σε κάποιο μέρος της γης.

Τι πιο ωραίο!

Ο ζωγράφος γιατί ζωγραφίζει;

Ακριβώς για τους ίδιους λόγους· εντάξει και για κάποιους επιπλέον από τους δικούς σου.

Μα, αυτό που γράφεις ενδιαφέρει κανέναν άλλον, εκτός από σένα;

Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Τι σημασία έχει; Πόση σημασία έχει;

Γράφεις πρώτα για σένα, και αν θελήσει να το διαβάσει και κάποιος άλλος, καλοδεχούμενος, αν όχι, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι θα γράψεις.

Να, δες τώρα, πώς μπήκε στη μέση της σκέψης μου η Κωνσταντινούπολη και οι άλλες χαμένες πατρίδες, κάτι σαν τις χαμένες λέξεις. Έλα Παναγία μου στον τόπο σου!

Για χρονογράφημα ξεκινάς, και τσουπ, ξαφνικά, μπαίνει μέσα στις σελίδες σου το χαμένο όνειρο.

Γράφεις μια ιστορία και τηρείς όλους τους κανόνες του συντακτικού. Έχεις καταναλώσει χιλιάδες ώρες να σβήνεις και να ξαναγράφεις έναν κόμμα που δεν σου κολλάει καλά. Σβήνεις και γράφεις εκατοντάδες λέξεις που δεν σου αρέσουν. Πόσο χρόνο διέθεσες για την κάθε σου ιστορία!

Εκατοντάδες ώρες, ατελείωτες. Και, κατάφερες -τουλάχιστον- να εφαρμόσεις όλους τους κανόνες της Ελληνικής σύνταξης σ΄ αυτό;

Μπα! Και δεν είναι ανάγκη. Η γλώσσα δεν είναι ένα άκαμπτο μαρκούτσι. Άστην να κουνιέται, να ελίσσεται, να λογοπλάθεται, άστην τη ρημάδα να βγει έτσι όπως θέλει να βγει. Η γλώσσα δεν είναι μουσειακό αντικείμενο, παίζει και με σένα και με τους άλλους. Άστην να παίξει.

Έχει τόσο μεγάλη σημασία να στήσεις ένα κείμενο με όλους τους συντακτικούς κανόνες του, ή πρέπει να παραβαίνεις τους κανόνες, για να δώσεις στον αναγνώστη τη διάθεσή σου, τη στιγμή που ζωγραφίζεις πάνω στο χαρτί; Προτιμώ το δεύτερο. Εξάλλου, για το πρώτο έχουμε τόσους επιστήμονες της γλώσσας που έχουν όλο το πεδίο δικό τους να γράψουν και να υμνήσουν την ορθοσυνταξία.

Εσύ παίξε, αυτό είναι η ζωή· παιχνίδι.

Όταν πας στο θέατρο, προσέχεις το αν θα μιλήσουν οι ηθοποιοί με σωστά Ελληνικά και σωστούς συντακτικούς κανόνες, ή πας να πιάσεις το συναίσθημα του δρώμενου; Ναι, αυτό που πετάει και μυρίζεις μέσα στην αίθουσα, λέω, και δεν μπορείς να το δεις, μόνο να το αισθανθείς.

Έτσι και εδώ· το γραπτό είναι δρώμενο, είναι θέατρο και θέλω να δώσω στον αναγνώστη το πάθος της στιγμής, το συναίσθημα που διακατέχει τον ήρωα του έργου. Στο κείμενο δεν είναι στόχος μου να δείξω ότι ξέρω καλά τη σύνταξη των λέξεων, θέλω να δώσω το τοπίο, τη σκηνή που διαδραματίζεται το έργο. Αυτό απολαμβάνω και εγώ, όταν το γράφω.

Καμιά φορά, παρατηρώ ότι το πρώτο κείμενο που γράφω στα γρήγορα -προκειμένου να στήσω την ιστορία, που φυσικά είναι γεμάτο ορθογραφικά και συντακτικά λάθη- είναι πιο ζωντανό, από αυτό που έρχεται μετά την επιμέλεια.

Όταν στο τέλος του γραψίματος αρχίζω να κάνω επιμέλεια, παρασύρομαι στον συντηρητισμό του κειμένου, χάνω από το σκηνικό μου πολλά συναισθήματα. Βέβαια, δεν μπορείς –αν σέβεσαι τον αναγνώστη- να αφήσεις τα ορθογραφικά λάθη στην τύχη τους· βγάζουν μάτι τ΄ άτιμα. Αυτά ναι, τα διορθώνω, αλλά όσον αφορά το συντακτικό προσπαθώ να το κάνω τσαχπίνικο, να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, να τον προκαλώ με τη σκόπιμη τακτική μου να παραβλέπω τους συντακτικούς κανόνες πού και πού. Και γιατί όχι, το φχαριστιέμαι, που μπορώ να δρω σαν ανατρεπτικό στοιχείο της σελίδας.

Αν κάτσει κάποιος και μαγνητοφωνήσει τον προφορικό μας λόγο, θα τον βρει γεμάτο με συντακτικά λάθη προφοράς. Μα, έτσι δε μιλάμε όλοι μας; Κάνουμε συνειδητά λάθη σύνταξης, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να μεταδώσουμε το αίσθημά μας στον άλλο. Και μόλις κάτσουμε να γράψουμε στο χαρτί αυτά που είπαμε λίγο πριν στον προφορικό, αρχίζουν τα όργανα, και τα σβησίματα των σημείων στίξης, και των “και”, και των “που”.

Εδώ παίρνει κόμμα ή άνω τελεία; Μήπως να ΄βαζα παρένθεση, ή μάλλον καλύτερα αποσιωπητικά.

Και στο τέλος μας παίρνει και μας σηκώνει.

Μα δεν είναι σωστό να γράφεις έτσι αγοραία, σου πετάει η φίλη σου, που της έδωσες να κάνει μια πρώτη ανάγνωση στο κείμενό σου.

Σώπα, καλή μου! εσύ όταν μιλάς προφορικά, γιατί βάζεις κάθε λίγο και λιγάκι κόμματα και άνω τελείες;

Μα, δεν είναι το ίδιο σου λέει. Ο γραπτός λόγος πρέπει να είναι σωστός. Πρέπει να τηρείς τους κανόνες.

Οι κανόνες μας μαράνανε!

Χρυσή μου, ο καλύτερος κανόνας είναι να γράφεις έτσι, ώστε να σε καταλαβαίνει ο αναγνώστης. Αν σε καταλάβει, τότε έχεις χρησιμοποιήσει το σωστό συντακτικό. Δε λέω να ξεκινάς μια πρόταση από την κορφούλα της σελίδας και να την κλείνεις με τελεία εκεί που τελειώνουν τα τελευταία σπίτια του χωριού σου.

Ούτε λέω να βάζεις κόμματα κάθε τρεις λέξεις. Απλά λέω ότι αν καταφέρνεις και περνάς το μήνυμα ή το συναίσθημα που σε κάνει και κοιλοπονάς την ιστορία σου, τότε μπορείς συνειδητά να παραβλέψεις

κάποιες συντακτικές ατασθαλίες, άντε πια! μ’ έπρηξες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.