Είδα τον φόβο

Η σελίδα προβλήθηκε: 8 φορές

«Είδα τον φόβο»

Ωρωπός, στο νοικιασμένο διαμέρισμα για τις καλοκαιρινές διακοπές του ο Κώστας. Κάλεσε για παρέα και τον αδελφό του με τη νύφη του Μαζί τους και ο γιος τους, ο Άρης. Άρης, παιδί από τον πρώτο γάμο της νύφης του. Ήξερε την αλήθεια από μικρός.

Κάθε πρωί οι γονείς του Άρη έφευγαν, γύρω στις 6, για την Αθήνα όπου είχαν το μαγαζί τους. Θείος και ανιψιός τα πήγαιναν καλά μόνοι τους· όλη μέρα θάλασσα. Παιδί μοναχικό· δεν είχε παρέες. Μόνη ανησυχία της μάνας του η ανυπαρξία φιλενάδας.

Ήταν εφτά το πρωί όταν ο Κώστας ένιωσε ότι κάποιος χώθηκε στο κρεβάτι του. Κατάλαβε ότι ήταν ο Άρης. Δεν ακουγόταν καμιά φασαρία στο σπίτι. Συμπέρανε ότι οι γονείς του Άρη είχαν φύγει. Γύρισε πλευρό· συνέχισε τον ύπνο του. Ξαναξύπνησε όταν ένιωσε τον Άρη να κολλάει πάνω του.

Σηκώθηκαν δυο ώρες μετά. Ντρέπονταν ν’ αντικριστούν. Έκαναν κάτι που δεν έπρεπε να γίνει. Λίγο πριν το απόγευμα, του είπε: «Άρη, αυτό που έγινε δεν θα το μάθει κανείς».

Ο Άρης απάντησε συνεσταλμένα: «Ναι, θείε… και δεν θα ξαναγίνει». Αλλά αυτά τα πράγματα δεν σταματούν εύκολα.. Το πάθος τους άφησε αποτυπώματα, που η νύφη του τα αντιλήφθηκε. Μια βραδιά πίεσε τον Κώστα· τα ξέρασε όλα. Έκλαιγε γοερά μπροστά στον κουνιάδο της. Τον παρακαλούσε να απομακρυνθεί από τον γιο της.

Είχε έρθει φθινόπωρο και στην κουζίνα του Κώστα καθόταν αυτή απέναντί του. Ο Κώστας έμενε στον πάνω όροφο του πατρικού τους και ο αδελφός στο ισόγειο. Κλάματα και παρακάλια· του ζήταγε να τηρήσει τις υποσχέσεις του, να σεβαστεί την οικογένειά της.

«Ζήτα ότι θες, αλλά σε θερμοπαρακαλώ, άφησε τον γιο μου στην ησυχία του. Διώχτον από κοντά σου», του έλεγε μόνιμα κλαμένη.

«Το θέλω, αλλά ο Άρης έρχεται κάθε λίγο εδώ και τότε χάνομαι. Με ακουμπάει και παύουν οι άμυνές μου».

«Κώστα», του λέει, «το καταλαβαίνω ότι είσαι και συ άντρας, ότι έχεις ορμές, ότι θέλεις να κάνεις σεξ, αλλά με τον ανιψιό σου; με τον γιο μου; Βρες μια γυναίκα να βγάζεις τον πόθο σου· το ξέρω· σιχαίνεσαι τις γυναίκες, αλλά κάνε μου τη χάρη αυτή. Είμαι πρόθυμη να κάνω τα πάντα να σώσω τον γιο μου. Ζήτα μου ότι θες… θα το κάνω».

Κάθε μέρα τα ίδια. Αυτή ανέβαινε στο σπίτι του επίτηδες για να εμποδίζει να έρχεται ο γιος της. Η οικειότητα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Κώστα, έβγαζε μάτι. Μια να του ανεβάσει φαΐ, μια να του σιδερώσει, έβρισκε αφορμές. Μια μέρα, τακτοποιούσε τη ντουλάπα του· τότε συνέβη και αυτό. Την αγκάλιασε δήθεν φιλικά, κάθισαν στο κρεβάτι, τις χάιδευε το πρόσωπο και τα μαλλιά. Αυτή δεν φέρνει καμιά αντίσταση· ματιά χαμένη… κάπου· μάτια υγρά· τρομαγμένη, πήγαινε με τα νερά του. Έτσι νόμιζε πως έπρεπε να κάνει, να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, να τον φέρει στο φιλότιμο, να τον απομακρύνει από τον γιο της. Στέκεται ασάλευτη στο κρεβάτι. Πνικτά αναφιλητά, κι αυτός να της κάνει έρωτα. Μόνος παλεύει· αυτή αλλού. Τέλεια απόγνωση! Χάνει τον αυτοσεβασμό της, καταρρέει το μέσα της. Ξαφνικά σηκώνεται και τρέχει στην κουζίνα· πίσω της αυτός. Ρίχνει στο στόμα της δυο χάπια από ένα κουτί που είχε στην τσάντα της.

«Τι είναι αυτά;» τη ρωτάει. Καμία απάντηση. Πιάνει το κουτί, βλέπει τυπωμένη την κόκκινη διαγώνια γραμμή. «Ψυχοφάρμακα! πού τα βρήκες αυτά;».

«Μου τα… έδωσε… ο γιατρός», του λέει κλαμένη. Την παίρνει αγκαλιά· γυμνοί και οι δύο· προσπαθεί να την παρηγορήσει.

«Σε παρακαλώ, μη ξαναπάς μαζί του. Τι άλλο θέλεις; έχεις εμένα, δεν σου φτάνει;»

«Μα εσύ… εσύ είσαι… η γυναίκα του αδελφού μου!»

«Και αυτός είναι ο γιος μου, ο ανιψιός σου».

«Είναι… είναι απαίσιο. Στο υπόσχομαι… δεν θα τον ξαναδώ».

«Πάντα αυτό λες… και πάλι το κάνεις», με λυγμούς.

«Συγνώμη, δεν πρέπει να το ξανακάνω… αλλά…».

Τον διακόπτει, «Ορκίσου μου… μην ξαναπάς μαζί του!»

«Δεν το θέλω… προσπαθώ… ξαναπέφτω μόλις έρχεται εδώ».

«Μη του ξανανοίξεις τη πόρτα, πες του ότι βρήκες γκόμενα, πες του ό,τι θες, σώσε τον». Δεν της μιλά.

«Σε ικετεύω, μη του ξανανοίξεις την πόρτα, θα σου χρωστάω τη ζωή μου». Τον πιάνουν τα κλάματα κι αυτόν. Σωριάζεται γυμνός στην καρέκλα και κλαίει. Έρχεται από πίσω του· τον αγκαλιάζει.

«Το ξέρω…», δύσκολα αρθρώνει λέξεις, «είναι πάθος που σε τυραννάει, κάντο για… κάντο για μένα, και θα… θα σου κάνω… ότι θες». Τον χαϊδεύει, τα κλάματά της καυτό ποτάμι. Δεν της απαντά, ούτε ναι, ούτε όχι· κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε.

«Μου το υπόσχεσαι;» επιμένει, προσπαθεί να του πάρει μια ακόμα υπόσχεση.

«Δεν ξέρω, είμαι κάθαρμα».

«Όχι, είσαι καλό παιδί, μια βοήθεια θέλεις μόνο, και θα στη δώσω».

«Δεν μπορώ σου λέω!… είπα τόσες φορές ότι δεν θα το ξανακάνω, αλλά πάντα σε ξεγελάω».

«Σε παρακαλώ», σκύβει μπροστά του ανάμεσα στα σκέλια του, τα γόνατά της στο πάτωμα. Οι παλάμες της αγκαλιάζουν το πρόσωπό του, του μιλάει ήρεμα. «Πρέπει να γίνει έτσι, κι εγώ θα σε λατρεύω σαν θεό μου. Αν συνεχιστεί αυτό, θα φουντάρω από την ταράτσα. Δεν το αντέχω. Ο γιος μου με τον κουνιάδο μου;». Τα δάκρυά της, ικεσία στους γυμνούς μηρούς του.

«Δεν υπόσχομαι τίποτα· θα πατήσω πάλι τον όρκο μου. Θα προσπαθήσω… αλλά να ξέρεις…» κι αστράφτει το μάτι του… «εσύ φταις για το κατάντημά του. Εσύ τον κανάκευες κι έγινε αυτό που έγινε». Τη σπρώχνει βίαια από μπροστά του. «Εσύ φταις!» της ξαναλέει, «… κι αυτός φταίει… αυτός έρχεται συνέχεια εδώ πάνω!…»

«Το ξέρω», τον ηρεμεί, «φταίω, πες μου τι να κάνω, να επανορθώσω, θα κάνω τα πάντα να τον σώσω». Φόβος, απομόνωση, αίσθημα ενοχής την έχουν γραπώσει.

Εκείνη την ώρα ακούγεται μια φωνή από την είσοδο: «Θείε, είσαι μέσα;» Κοκαλώνουν και οι δύο.

«Μη κάνεις βήμα, θα μας ακούσει!» της λέει.

«Μη του ανοίξεις!» του ψιθυρίζει.

«Θείε;» ακούγεται πάλι, χτυπώντας το κουδούνι. Σέρνονται αθόρυβα ως την πόρτα και στήνουνε αυτί. Τον νιώθουνε να στέκεται εκεί έξω. Γυμνοί και παλαβοί από την τρομάρα τους κρατιούνται αγκαλιά. Φοβούνται, μη το κτύπημα της καρδιάς τους ακούγεται εκεί έξω. Ακούνε βήματα στις σκάλες, την εξώπορτα της αυλής να κλείνει με θόρυβο. Ο γιος βγήκε στον δρόμο· ησυχάσανε. Ορμάει αυτός σε ένα ράφι και σκορπάει στο πάτωμα όλα τα γυάλινα που στέκονται εκεί. Το στόμα του βγάζει βρισιές. «Η πουτάνα και ο πούστης γιος της!» της πετάει κατάμουτρα. Πάει να τον αγκαλιάσει, τη σπρώχνει και τη ρίχνει στο πάτωμα. Στέκει φοβισμένη κάτω· τρέμει. «Σε παρακαλώ», η φωνή της ικετευτικά, «ηρέμησε… θα δούμε τι θα κάνουμε, θα επανορθώσω… στο υπόσχομαι, σε παρακαλώ ηρέμησε». Τρέχει νευριασμένος στη κρεβατοκάμαρά του· δίνει μια της πόρτας, λίγο ακόμα και θα ‘σπαγε. Κάθεται, έτσι, γυμνός στη γωνιά του κρεβατιού· κλείνει το πρόσωπό του στα χέρια του. Ακολουθεί δειλά κι αυτή. Κλαίει γοερά. Πάει από πάνω του· τον πιάνει στους ώμους.

«Συγχώραμε… για όσα είπα», ψελλίζει βουρκωμένος. Τον σκουπίζει με τις παλάμες της. Κάθεται δίπλα του φοβισμένη. «Είδες που ήταν εύκολο να τον διώξεις;» Δεν της απαντάει.

«Θα με βοηθήσεις να μη τρελαθώ;» ρωτάει.

«Ντρέπομαι…», της λέει, «… με συγχωρείς, παραφέρθηκα».

Παίρνει θάρρος· τον πλησιάζει. Κι αυτός θέλει βοήθεια, σκέφτεται. Τον αγκαλιάζει, αν και ακόμα τον φοβάται μετά από το βίαιο ξέσπασμά του. «Μη ντρέπεσαι, έκανες το πρώτο βήμα, δεν του άνοιξες. Ορκίσου μου ότι έτσι θα κάνεις πάντα»· τον σφίγγει στην αγκαλιά της. «Έλα, μη μου κλαις». Αισθάνεται ότι τον κερδίζει σιγά και σταθερά. Προσπαθεί να τον ηρεμήσει, δεν πάει κόντρα στα νεύρα του. Παραδέχτηκε ότι αυτή φταίει για τον γιο της –αν και ξέρει ότι αυτό δεν είναι αλήθεια– αυτό τον έχει καλμάρει. Τρέμει τα ξεσπάσματά του.

«Το ξέρω… εγώ φταίω για όλα, εσύ απλά υπέκυψες σε ένα πάθος, συμβαίνουν αυτά στους ανθρώπους, μη το σκέφτεσαι, έχω εσένα και εσύ εμένα».

«Είμαι ένα καθίκι… θέλω κρέμασμα… πήγα με τη… τη γυναίκα του αδελφού μου… είμαι ένας αλήτης».

Είναι, πλέον, πλήρως παγιδευμένη από αυτόν. Βλέπει το αδιέξοδο και την εκμετάλλευση. Εγκλωβίζεται μέσα στον κύκλο της βίας, για να μη του δώσει αφορμές. Έχει «πεισθεί» ότι η κλαψιάρικη στάση της -όταν την είχε ρίξει στο κρεβάτι- ευθύνεται για την άσχημη συμπεριφορά του.

«Δεν θα είσαι τίποτα από όλα αυτά, αν με βοηθήσεις να σώσω τον γιο μου και να σωθώ και εγώ από τα χάπια. Σώσε με, είμαι στα χέρια σου, έλα να το παλέψουμε».

«Χτύπα με!» της λέει, «χαστούκισέ με!».

Τον φιλάει στην πλάτη. «Όχι δεν θα το κάνω αυτό, μαζί θα πολεμήσουμε να τον σώσουμε. Θα με βοηθήσεις;»

«Ναι», της γνέφει, «… αλλά έχω τύψεις!» ουρλιάζοντας ίδιο σκυλί.

«Το καταλαβαίνω, θα είμαστε μια γροθιά μαζί. Θέλεις;» του μιλά ήρεμα.

«Ναι», της κάνει με το κεφάλι του. Τώρα τον έχει ηρεμήσει. Μπορεί να του μιλήσει χωρίς να φοβάται μη την κτυπήσει ή μη τη βρίσει όπως πριν λίγο.

«Πες μου… τι κάνουμε;» τη ρωτά.

Σκύβει και του ψιθυρίζει στο αυτί: «θα έχεις εμένα».

«Μα, εσύ, πριν… που σου έκανα έρωτα έκλαιγες… το πρόσεξα, δεν σου άρεσε, πώς να σε έχω!» σηκώνοντας τον τόνο της φωνής του πάλι.

Τον τραβάει πάνω της. Δεν κλαίει πια, κάνει αυτό που πρέπει. Τον ρωτάει συνέχεια: «Μου το υπόσχεσαι; Θα με σώσεις από τη τρέλα; Θα έχεις εμένα και θ’ αφήσεις τον Άρη στην άκρη».

 

Δυο μήνες μετά, διαβάζουμε στην εφημερίδα: «Βρέθηκε δολοφονημένος με ένα μαχαίρι στο στήθος. Ο Εισαγγελέας διέταξε τον εγκλεισμό της δράστιδος στο Δρομοκαϊτειο».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *