Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 2ο

Η σελίδα προβλήθηκε: 37 φορές

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Μα, είναι εύκολο κανείς να γράψει;

Κάποιο Ελληνικό –μπορεί και ξένο– γνωμικό λέει: «Αν δεν αφήσεις τη στεριά, δεν πρόκειται να δεις ποτέ πώς είναι η θάλασσα».

 

Έχουμε το δικαίωμα να κολλήσουμε στην ερώτηση αυτού του κεφαλαίου για όσο χρόνο θέλουμε. Αλλά όσο είμαστε κολλημένοι εκεί, δεν πρόκειται να διαπιστώσουμε, αν είναι εύκολο σε κάποιον να γράψει, δεν πρόκειται να δούμε ποτέ τη θάλασσα. Άρα, τι είναι προτιμότερο; να αφήσουμε τη σιγουριά της στεριάς ή να κολλήσουμε στην ερώτηση; Ο καθένας διαλέγει και παίρνει ό,τι του ταιριάζει.

«Να γράφεις μεθυσμένος. Να διορθώνεις ξεμέθυστος».

Ernest Hemingway, 1899-1961, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1954

Τα μεγάλα έργα γράφτηκαν κάτω από ιδιαίτερες ψυχολογικές στιγμές του συγγραφέα. Μόλις φάγαμε μια ερωτική χυλόπιτα, χθες χάσαμε τη δουλειά μας, μετά αρρώστησε και το παιδί μας, χθες το βράδυ σηκωθήκαμε να μιλήσουμε σε μια βιβλιοπαρουσίαση και τρέμανε τα πόδια μας. Όλα αυτά τα ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα μας αποσυντονίζουν, αλλά και μας ανεβάζουν σε καταστάσεις αξιοπερίεργες. Σαν να μεθάμε και να μη ξέρουμε τι να κάνουμε. Όταν, λοιπόν, αισθανόμαστε «μεθυσμένοι» από το γεγονός που μας συντάραξε, τότε θα γράψουμε κάτι, ενδεχομένως, πολύ καλό. Τότε που νιώσαμε απογοητευμένοι από κάτι ή εκστασιασμένοι από κάτι όμορφο.

«Ποτέ δεν χρειάζεται να αλλάξεις τίποτα σε κάτι που σηκώθηκες στη μέση της νύχτας για να γράψεις».

Σωλ Μπέλοου, 1914-2005,  Καναδοαμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1976

Γράφουμε όταν καιγόμαστε, όταν η ιδέα που μας μπήκε μεγαλώνει και ετοιμάζεται να σκάσει μέσα στον εγκέφαλό μας. Για να γλιτώσουμε την έκρηξη την ξεπετάμε πάνω σε ένα χαρτί. Δεν διορθώνουμε τίποτα όσο καιγόμαστε, γράφουμε ασταμάτητα, δεν διακινδυνεύουμε να μας φύγει η ιδέα και να μην έχουμε προλάβει να τη ζωγραφίσουμε με λέξεις. Οι καλύτερες ιστορίες βγήκαν με την πρώτη προσπάθεια, τότε που νιώσαμε την ανάγκη να γράψουμε, τότε που ξυπνήσαμε, επί τούτου, ένα βράδυ για να σημειώσουμε μια λεπτομέρεια που μας έδενε τα χέρια. Οι διορθώσεις –αναγκαίες πάντα– που θα γίνουν στο τέλος θα αμβλύνουν το αρχικό γράψιμο.

«Μ’ αρέσει πολύ που η καρδιά υπαγορεύει, που η φαντασία γράφει και που το πνεύμα διορθώνει».

Maurice Chapelan, 1906-1992, Γάλλος γνωμικογράφος & δημοσιογράφος

Όταν νιώσουμε ότι η καρδιά υπαγορεύει σε ρυθμούς πολυβόλου, τότε γράφουμε ασταμάτητα. Καθώς γράφουμε αυτά τα πρωτόλεια της καρδιάς, χώνουμε στο ενδιάμεσο και φανταστικές καταστάσεις που δημιουργούνται αυτόματα, χωρίς καμιά προσπάθεια εκ μέρους μας. Είμαστε στη φάση που κάτι μας καίει μέσα μας και θέλει να βγει έξω σώνει και καλά. Το αφήνουμε να βγει.

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγωνία από το να ‘χεις μέσα σου μια ιστορία ανείπωτη».

Maya Angelou, 1928-2014, Αφροαμερικανίδα ποιήτρια

Η ιστορία μπορεί να είναι ένα απλό πέταγμα του σπουργιτιού στο μπαλκόνι μας. Μα τι τα πούμε γι’ αυτό; το πώς πετάει το σπουργίτι; όλοι μας το ξέρουμε, όλοι μας το έχουμε δει να το κάνει χιλιάδες φορές. Όλοι μας ξέρουμε ότι τον χειμώνα αυτά τα πτηνά ψάχνουν για ψίχουλα στο μπαλκόνι μας και τελικά τα βρίσκουν και καταφέρνουν και επιζούν. Αυτή είναι η εικόνα που έχουμε. Σιγά την ιστορία, θα πει κάποιος, και καλά θα κάνει να το πει.

Αλλά, αν μέσα από το τζάμι δεν είμαστε εμείς οι συνηθισμένοι άνθρωποι, που βλέπουμε αυτή την απλή εικόνα, αλλά ένας καθηλωμένος νέος σε αναπηρική καρέκλα, μια ρακένδυτη μάνα που δεν έχει ταΐσει εδώ και τρεις μέρες το μωρό της, ένας γέρος που δεν βγαίνει έξω γιατί η πολυκατοικία του δεν έχει ασανσέρ και τα πόδια του δεν τον βοηθάνε· τότε, τι λέτε; είναι μόνο ένα απλό σπουργίτι; όλοι αυτοί οι χτυπημένοι άνθρωποι, τα ψυχολογικά ράκη παίρνουν θάρρος από την επιμονή του σπουργιτιού και αποφασίζουν να νικήσουν την ανημποριά τους ή να μην την αφήσουν να τους πάρει από κάτω. Μα, πού βλέπεις τον ανάπηρο και τον γέρο και τη μάνα, θα με ρωτήσετε. Δεν τους βρήκα όλους αυτούς εγώ, η φαντασία μου μού τους δίνει έτοιμους ήρωες να μπουν στην ιστορία μου. Να, πώς γίνεται μια απλή εικόνα με το σπουργίτι (που είναι η πραγματικότητα), να καβαλάει πάνω στη φαντασία και να παράγει ένα επεισόδιο δύο-τριών σελίδων. Να, με ποιο τρόπο περνάμε το μήνυμα εκείνο που δεν ξέραμε πώς να το κάνουμε για τους ανθρώπους που είναι στο περιθώριο της ζωής. Σπουργίτι και πολύ φαντασία, ίσον διήγημα.

Δεν θέλετε αυτή τη πλοκή; Κανένα πρόβλημα. Μήπως θέλετε να δείξετε ότι η ζωή είναι σκληρή και ο πιο δυνατός νικάει τον αδύνατο; Πανεύκολο· αντί γι’ ανάπηρους και μάνες χαροκαμένες χρησιμοποιείστε τη γάτα σας που πετάγεται από το χαλάκι της και αρπάζει το σπουργίτι στα δόντια της. Έτσι κι αλλιώς, μια γάτα αραχτή στο χαλάκι δεν παράγει ιστορία. Μια γάτα που πηδάει σαν αίλουρος και επιβάλλει την κυριαρχία της στα θηράματά της μπορεί να γίνει ιστορία.

Δεν σας αρέσει ούτε το σάλτο της γάτας; Ε, τότε βάλτε τον άνθρωπο μέσα από το τζάμι να ρίχνει ψίχουλα κάθε μέρα για να τρώνε τα σπουργίτια. Από το απέναντι μπαλκόνι κοιτάει την εικόνα ένα παιδί. Το παιδί θα μείνει με το στόμα ανοικτό και θα ζαλίσει τη μάνα του με την επιμονή του να ρίχνει κι αυτό κάθε μέρα ψίχουλα στο δικό του μπαλκόνι. Δική μας είναι η φαντασία κι εμείς ρυθμίζουμε σε ποιο πρόγραμμα θα εκπέμπει τις συχνότητές της.

«Το γράψιμο δεν είναι και τόσο δύσκολο πράγμα. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να καθίσεις μπροστά σε μια γραφομηχανή και να ανοίξεις μια από τις φλέβες σου».

Red Smith, 1909-1982, Αμερικανός δημοσιογράφος

Αν δεν αρχίσουμε να γράφουμε, δεν θα διαπιστώσουμε ποτέ το εύκολο ή το δύσκολο του πράγματος. Αλλά φροντίζουμε να αφήνουμε τους πόρους και τις πόρτες του σώματός μας ανοικτές. Δεν κοιτάμε τι γράψαμε μόλις πριν λίγο. Γράφουμε και δεν κοιτάμε πίσω. Θα καούμε από αυτά που λέμε και θα φοβηθούμε. Κι αν φοβηθούμε θα αρχίσουμε να σβήνουμε πριν έρθει η κατάλληλη ώρα, δηλαδή η ώρα της επιμέλειας. Αφήνουμε τον φόβο για το τέλος, τότε που θα έρθει η ώρα της διόρθωσης. Θυμόμαστε να ανοίξουμε τις μπουκαπόρτες του σώματός μας. Βάζουμε χρώματα, μυρωδιές, βάζουμε λέξεις που ακούμε και ψιθύρους του αέρα, γράφουμε τι βλέπουμε. Περιγράφουμε με τι μοιάζει αυτό που πιάνουμε στα χέρια μας. Δείχνουμε ότι η αφή δεν είναι, απλά, μια από τις αισθήσεις μας· τη μετουσιώνουμε σε λέξεις. Και τελικά, η πλοκή του έργου και η παρουσία των αισθήσεών μας θα αναγκάσει τον αναγνώστη να διαβάσει το έργο απνευστί. Και φυσικά ακολουθούμε το ωράριο μας. Κάθε μέρα για συγκεκριμένες ώρες, γράφουμε οτιδήποτε, αρκεί να γράφουμε. Καταφέραμε μόνο μια σελίδα; έστω μια σελίδα· είναι αρκετή, αλλά κάθε μέρα.

Το σκηνικό ενός γραπτού

Συλλαμβάνουμε την κεντρική εικόνα, μια εικόνα που θα γίνει το θέμα μας. Χιλιάδες εικόνες περνάνε δίπλα μας· άλλες μας ακουμπάνε και άλλες όχι, κάποια μπαίνει πιο βαθιά στην καρδιά μας και μας κάνει να τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα. Αν μας συμβεί αυτό, τότε μάλλον έχουμε βρει την εικόνα που ψάχναμε. Αρχίζουμε να παρατηρούμε τον κόσμο γύρω μας. αυτόν που περπατάει κουτσός, τον ρακένδυτο στο φανάρι που σέρνεται ανάμεσα στα αυτοκίνητα, που μετά από λίγο τον βλέπουμε στην καφετέρια της γωνίας να απολαμβάνει τον καφέ του χωρίς να κουτσαίνει, την ευτραφή κυριούλα που διαλέγει τις ντομάτες στη λαϊκή, τον τύπο που ανάβει κερί χωρίς να ρίξει μέσα στο κουτί το αντίτιμο. Όλα.

Βρίσκουμε τι είδους χαρακτήρες θα μπορούσαν να χορέψουν σε αυτή την εικόνα. Ένας άντρας; δυο δαιμόνιες γυναίκες; ένα ανάπηρο παιδί; τι; Σκιαγραφούμε την προσωπικότητα των ηρώων με όλες τις λεπτομέρειες. Καταγράφουμε την ιστορία τους· πού μεγάλωσαν, τι γονείς είχαν, αν είναι όμορφοι, πόση κακία έχουν μέσα τους και κάθε τι που θα βοηθήσει. Δεν μας ικανοποιούν τα χαρακτηριστικά τους γιατί είναι ανούσια; Τότε αρχίζουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας. Κι αν γινόταν αλλιώς; Αυτός που άναψε κερί χωρίς να αφήσει το αντίτιμο, μήπως πήρε κιόλας από το κουτί κανένα ευρώ; μήπως τη στιγμή εκείνη τον είδε ο επίτροπος και τον έκανε ρεζίλι μπροστά σε όλους; Και τελικά, επειδή αυτός ο τύπος ήταν άρρωστος κλεπτομανής, μήπως έγινε τόσο ρεζίλι στους συμπολίτες του που του ήρθε λιποθυμία και έπεσε ξερός κάτω; Τον πήρε και ασθενοφόρο;

Παράλληλα με τους ήρωες δημιουργούμε και τους ανταγωνιστές τους. Έτσι κι αλλιώς, χωρίς αντίπαλους, τι μας χρειάζεται ο ήρωας και οι ηρωικές πράξεις (ανατροπές); Καταγράφουμε και αυτών τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς στους. Δεν έχει ανταγωνιστές; Τους φτιάχνουμε εμείς. Μα ποια να βρεθεί ανταγωνίστρια της όμορφης και πεταχτούλας κοπέλας που μένει στον τρίτο; Φυσικά και μπορεί. Η γεροντοκόρη του ισογείου μπορεί να είναι η τέλεια ανταγωνίστρια της νεαράς. Μα, δεν ξέρω καμιά γεροντοκόρη ώστε να την σκιαγραφήσω, θα μου πείτε. Κι όμως ξέρετε, αλλά δεν την προσέξατε ποτέ. Συχνά βλέπετε να βγαίνουν από την απέναντι πολυκατοικία δυο γυναίκες –αδελφές μοιάζουν– ντυμένες πάντα –χειμώνα, καλοκαίρι– με το κολάρο του άσπρου πουκάμισου ως ψηλά στον λαιμό. Η μαύρη πλισέ φούστα τους ανάμεσα στο γόνατο και στον αστράγαλο. Βγαίνουν μόνο για να πάνε στην εκκλησία. Το δέρμα τους κάτασπρο –ποτέ δεν έχουν κάτσει στον ήλιο– πόσο μάλλον να έχουν πάει για μπάνιο στη θάλασσα. Οι τέλειες γεροντοκόρες για την ιστορία σας. Ο κόσμος γύρω μας είναι γεμάτος από φιγούρες, καρικατούρες, περίεργους και αξιοσημείωτους. Αυτούς παρατηρούμε και τους κάνουμε πότε ήρωες και πότε αντιήρωες.

Ξεκινάμε την ιστορία και βάζουμε μέσα σε αυτήν πολλούς διάλογους. Μέσα από τους διάλογους θα ξεσκεπαστούν οι χαρακτήρες, θα βγουν στην επιφάνεια οι μύχιες σκέψεις τους, θα αποκαλυφθούν τα ψυχολογικά τους προβλήματα. Φυσικά, οι διάλογοι έχουν σαν κύριο σκοπό να προχωρήσουν την ιστορία πιο κάτω. Δεν βάζουμε διάλογους που απλά γεμίζουν σελίδες χωρίς λόγο ύπαρξης. Οι ήρωες, στους διαλόγους τους, μιλάνε ο καθένας σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά που τους δώσαμε στο προηγούμενο βήμα. Ένας ήρωας που είναι φυλακισμένος για φόνο θα μιλάει διαφορετικά από έναν που είναι μέσα για χρέη. Ένας δικηγόρος θα μιλάει διαφορετικά από έναν παπά. Δεν χρειάζεται ο συγγραφέας να συμφωνεί με το λεξιλόγιο μια πόρνης ή ενός εργάτη στο λιμάνι, απλά, αρκεί να βάλει στο στόμα τους τα λόγια που πραγματικά αυτοί χρησιμοποιούν.

Αν θέλουμε το γραπτό μας να είναι συναρπαστικό και με γρήγορο ρυθμό, οι κουβέντες των διαλόγων πρέπει να είναι κοφτές. Έτσι ανεβαίνει η ένταση και το έργο «τρέχει» πιο γρήγορα. Αν χρησιμοποιήσουμε εκτενείς περιγραφές και μεγάλες ερωταπαντήσεις, το έργο δεν είναι λιτό και αργοπορεί τον ρυθμό, πέφτει η ένταση.

Το έργο χρειάζεται και μονολόγους. Εκεί ο κάθε χαρακτήρας που νομίζει ότι δεν τον ακούει κανένας (εκτός του παντογνώστη συγγραφέα που τα ξέρει όλα) θα βγάλει τα εσώψυχά του. Θα πει πράγματα που δεν κατάφεραν να του βγάλουν οι άλλοι χαρακτήρες από τους διαλόγους. Ο χαρακτήρας μουρμουρίζει μέσα στο μυαλό του –και το κυριότερο– τον κρυφακούει και ο αναγνώστης. Αυτός, τελικά, πρέπει να μάθει τις σκέψεις των ηρώων· ο συγγραφέας έτσι κι αλλιώς τα ξέρει όλα.

Ωραία, βάλαμε και μονολόγους. Τι άλλο λείπει; Μα, το σκηνικό. Πού εξελίσσεται το έργο; Ποιο είναι το περιβάλλον και οι κάθε είδους συνθήκες που επικρατούσαν τότε που αναφέρει η πλοκή;

Μας λείπει κάτι άλλο;

Οι προκλήσεις! Μάλιστα αυτές είναι οι πλέον απαραίτητες. Αν δεν υπάρχει καμιά πρόκληση, τότε γιατί το διαβάζει ο αναγνώστης; Και μάλιστα προκλήσεις που πρέπει να υπερπηδηθούν. Προκλήσεις που μερικές απ’ αυτές θα αποδεχτεί ο ήρωας κι άλλες πιθανόν να τις εγκαταλείψει, λόγω της μεγάλης δυσκολίας τους.

Και ανατροπές στην πλοκή, πολλές ανατροπές. Εκεί που ο αναγνώστης πάει να χασμουρηθεί, τραβάμε μια ανατροπή και τον κάνουμε να τσιτωθούν τα νεύρα του.

Και έρχεται φυσιολογικά το τέλος της πλοκής. Εκεί μπορούν να μπουν συμπεράσματα, ηθικά διδάγματα και διλήμματα. Εκεί κάνουμε αγώνα να κερδίσουμε τον αναγνώστη, ώστε να διαβάσει και την επόμενη ιστορία μας. Είπαμε, η πρώτη σελίδα τον κάνει να χωθεί στην ιστορία και η τελευταία τον κάνει να μας αναζητήσει ξανά σε κάποιο επόμενο έργο.

Σε ποιους απευθυνόμαστε;

Σε μας κατ’ αρχάς. Ό,τι και αν γράψουμε, να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα είναι τέλειο. Το ωραίο και το υψηλό ποτέ δεν θα το πιάσουμε, ακόμα και όταν θα πάρουμε(!) το Νόμπελ λογοτεχνίας. Απλά, είμαστε στον δρόμο για εκεί και όλο στον δρόμο θα βρισκόμαστε. Σε όλες τις λεπτομέρειες του έργου θα βρεθούν κάποιοι που θα μας πουν ότι αποτύχαμε. Όση μαεστρία κι αν βάλουμε, οι χαρακτήρες του έργου κάπου θα χωλαίνουν και η υπόθεση κάπου θα μπάζει και το κείμενο θα πλατειάζει και το τέλος δεν θα είναι συναρπαστικό. Τέτοια, ας είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε. Ποτέ δεν θα γράψουμε το τέλειο γραπτό. Μην απελπιζόμαστε. Την επόμενη φορά θα γίνουμε καλύτεροι, ποτέ καλοί.

«Δώστε μου έξι γραμμές που να έχει γράψει ο πιο τίμιος άνθρωπος, και θα βρω κάτι σ’ αυτές για να τον κρεμάσω».

Καρδινάλιος Ρισελιέ, 1585-1642, Γάλλος πρωθυπουργός

Και μια και μιλάμε για το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε, ας πούμε και αυτό. Σε μερικά σημεία του έργου (συνήθως όταν κλείνει ένα κεφάλαιο) βάζουμε και μια ερώτηση που απευθύνεται απ’ ευθείας στον αναγνώστη σε α΄ πρόσωπο. Την κάνουμε έτσι, ώστε να φαίνεται ότι την απευθύνει όχι ο συγγραφέας, αλλά κατ΄ ευθείαν ο ήρωας. Σκοπός μας είναι να κάνουμε τον αναγνώστη μέτοχο της ιστορίας μας. Του δίνουμε την αίσθηση ότι τον υπολογίζουμε σαν έναν παίχτη της ιστορίας. Περιμένουμε από αυτόν να μας πει τη γνώμη του. Μπορεί να τεθεί και σαν αίτηση βοήθειας, όταν ο ήρωας είναι βραχυκυκλωμένος.

Για παράδειγμα παρατίθεται ένα απόσπασμα από κάποιο έργο όπου υπάρχει ένας μονόλογος του ήρωα σχετικά με την γυναίκα που ποθεί:

«…Είναι φανερό ότι η Εύα σκέφτεται να επανασυνδεθεί με τον πρώην άντρα της. Εγώ τι πρέπει να κάνω τώρα; σκέφτεται ο Νίκος.

Τι προηγείται; η δική μου ευχαρίστηση ή η ζωή της;

Δεν έχω κανένα δικαίωμα πάνω της, θα την αφήσω στην ησυχία της. Ας φτιάξει πάλι την οικογένεια της. Εγώ αποσύρομαι από τη διεκδίκηση της. Προηγούνται η οικογένεια και το παιδί της. Τέλος!»

 Και καταλήγει ο ήρωας (ή μήπως ο συγγραφέας;) με το πιο κάτω ερώτημα προς τον αναγνώστη:

«Και τώρα, φίλε, εσύ που διαβάζεις όλα αυτά, πες μου σε παρακαλώ, τι στο διάβολο συμβαίνει με αυτήν την Εύα και κυρίως τι μπορώ να κάνω με δαύτην».

Ένας συγγραφέας έχει, τουλάχιστον, σαν υποχρέωσή του απέναντι στον αναγνώστη να σέβεται τον χρόνο του. Άρα, δεν μπορούμε να σερβίρουμε σαβούρα. Χρειάζεται πολύ δουλειά πάνω στις λεπτομέρειες του έργου.

Ποιοι είμαστε εμείς; ξέρουμε;

«Ο συγγραφέας στη δουλειά του πρέπει να είναι σαν τον Θεό στο σύμπαν: πανταχού παρών αλλά παντού αόρατος».

Γκυστάβ Φλωμπέρ, 1821-1880, Γάλλος συγγραφέας

Ναι, είμαστε Θεοί· είναι και αυτός ένας από τους λόγους που γράφουμε. Δημιουργούμε κόσμους και ανθρώπους, φέρνουμε έριδες και ευτυχίες ανάμεσά τους. Λέμε τόσο καλά τα ψέματά μας που οι αναγνώστες τα πιστεύουν, τα βλέπουν να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια τους, είναι τόσο αληθοφανή. Και αφού έχουμε φέρει τον αναγνώστη σε τέτοια ύψη, και τον έχουμε κάνει ένα με τον κεντρικό ήρωα, δίνουμε σ’ όλα μια κλωτσιά και τα καταστρέφουμε (κάνουμε τη μεγάλη ανατροπή της ιστορίας). Αν αυτό δεν είναι πράξη Θεϊκή, τότε ποια είναι;

«Είμαστε όλοι μαθητευόμενοι σε μια τέχνη που κανένας ποτέ δεν γίνεται μάστορας».

Ernest Hemingway, 1899 – 1961, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1954

Είμαστε κάποιοι από τους εκατομμύρια συγγραφείς του κόσμου, δεν είμαστε οι μοναδικοί. Και το παιδάκι που γράφει σημειώσεις στο βιβλιαράκι του, γράφει. Δεν είμαστε οι μοναδικοί σπουδαίοι επί της γης.

Αν βρεθούμε κάποτε στην περίσταση, κάποιος πιο ειδικός από μας να διορθώσει το γραπτό μας, πρέπει να το δεχτούμε με ευχαρίστηση. Αυτό δείχνει ταπεινότητα που ταιριάζει σε πραγματικούς λογοτέχνες. Αν πιάσουμε τον εαυτό μας να μη δέχεται ούτε μια αλλαγή –εκτός, πια, αν το έργο μας είναι το κορυφαίο όλων των εποχών– τότε καλύτερα να ψαχτούμε. Η πόζα του δήθεν δείχνει ασημαντότητα. Υπάρχει μια αόρατη γραμμή που διαχωρίζει τη λογοτεχνία από τη γελοιοποίηση. Φροντίζουμε πάντα να είμαστε από τη σωστή πλευρά της γραμμής.

«Υπάρχει κάτι συναρπαστικό όταν επινοείς και χειρίζεσαι τους χαρακτήρες. Εσύ αποφασίζεις αν θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Βρίσκω αυτήν τη διαδικασία της δημιουργίας τρομερά ερεθιστική».

Sidney Sheldon, 1917-2007, Αμερικανός σεναριογράφος & συγγραφέας

Είμαστε μικροί Θεοί και το ξέρουμε. Εκμεταλλευόμαστε όσο έχουμε το χάρισμα πάνω μας ή μάλλον μέσα μας. Ο Συγγραφέας είναι αυτός ο διαστροφικός τύπος που παίρνει στα χέρια του βιωματικό υλικό (απ’ όλους τους διπλανούς του, εν αγνοία τους φυσικά), που είναι υλικό υψηλής θερμοκρασίας έτοιμο να φουντώσει και του βάζει συγγραφικά φωτιά. Χμ… τελικά, μάλλον, είμαστε διάολοι και όχι Θεοί!

 

 

συνεχίζεται…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *