Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 3ο

Η σελίδα προβλήθηκε: 24 φορές

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Η δυνατή αρχή της ιστορίας

Η αρχή του έργου πρέπει να είναι συναρπαστική. Είναι η συνταγή για να συνεχίσει ο αναγνώστης να διαβάζει. Είναι το διαβατήριο ότι και το υπόλοιπο έργο θα είναι συναρπαστικό.

Η αρχή πρέπει να είναι τόσο λειψή -δηλαδή ν’ αφήνει ερεθιστικά κενά- όσο χρειάζεται για να παρασύρουμε τον αναγνώστη να διαβάσει και τα παρακάτω. Με τις πρώτες κιόλας φράσεις παρουσιάζουμε μιαν εκκρεμότητα που προκαλεί την περιέργεια του αναγνώστη και τον σπρώχνει να συνεχίσει, για να μάθει γιατί και πώς έγινε αυτό.

Για παράδειγμα ας δούμε ένα ξεκίνημα:

«Βγαίνουμε πάλι στην αυλή, πατάμε πάνω σε θρύμματα τζαμιών. Σηκώνουμε το κεφάλι, από πάνω μας χάσκει το κουφάρι του φάρου, και τότε καταλαβαίνουμε ότι αυτά τα τζάμια έπεσαν από εκεί. Πηγαίνουμε και πάλι πιο κοντά στον νεκρό άντρα, τον παρατηρούμε, δεν μπορεί να το πιστέψει ανθρώπινος νους.

Η μια πλευρά του κορμιού καρβουνιασμένη. Δεν έφτανε που του άνοιξε το κεφάλι στα δύο, αλλά προσπάθησε και να τον κάψει».

Ο αναγνώστης με το που ξεκινάει την ανάγνωση έρχεται αντιμέτωπος με πολλές περίεργες εικόνες. Ποιοι είναι αυτοί που πατάνε πάνω σε σπασμένα τζάμια; Η ιστορία μιλάει για κάποιον φάρο. Άραγε ποιον φάρο λέει; Και ένας φάρος είναι το ιδανικότερο μέρος για ιστορίες περίεργες.

Όπα! Υπάρχει και ένας νεκρός. Νεκρός στον φάρο; Που μάλιστα είναι και καρβουνιασμένος από κάποιον εγκληματία. Ή δεν πρόκειται για έγκλημα, αλλά ατύχημα;

Πιστεύω ότι σαν αρχή θα κάνει κάποιον να συνεχίσει την ανάγνωση.

Άλλο παράδειγμα:

«Στην πλατεία του χωριού κάνουν την εμφάνιση τους δυο ταγματασφαλίτες που συνοδεύουν από δεξιά και αριστερά τον δάσκαλο του χωριού. Είναι δεμένος χειροπόδαρα, χτυπημένος στο πρόσωπο. Τον οδηγούν σε ένα φορτηγό να τον πάνε στην Γκεστάπο. Όλοι στο χωριό ξέρουν ότι ο δάσκαλος βοηθάει τους αντάρτες. Άρα, η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη· τον περιμένει το απόσπασμα. Ο πρόεδρος του χωριού εγκάθετος και γνωστός Γερμανόφιλος του λέει: «Δασκαλάκο, καλή κόλαση».

Μέχρι εδώ είναι μια συνηθισμένη εικόνα από τον εμφύλιο στην Ελλάδα. Ίσως ο αναγνώστης να έχει διαβάσει εκατοντάδες τέτοιες ίδιες περιγραφές. Μπορεί και να μη συνεχίσει. Είναι γνωστό ότι δρούσαν και αριστεροί και ταγματασφαλίτες στην Ελλάδα. τίποτα ιδιαίτερο.

Το έργο, όμως, συνεχίζει…

«Σε μία ώρα ο δασκαλάκος βρισκόταν ελεύθερος στο βουνό με τους αριστερούς αντάρτες. Οι ταγματασφαλίτες που τον χτύπησαν και τον έσερναν χειροπόδαρα στο φορτηγό, ήταν αντάρτες ντυμένοι ταγματασφαλίτες. Τον έσωσαν από σίγουρη εκτέλεση.· Τον δασκαλάκο κάποιος τον είχε προδώσει και οι αντάρτες αποφάσισαν να ρισκάρουν για να τον απομακρύνουν από το χωριό. Σε μισή ώρα αυτοκίνητα της γκεστάπο ανηφόριζαν τον χωμάτινο δρόμο του χωριού. Έρχονταν να συλλάβουν τον δάσκαλο».

Τώρα τι λέτε; η ιστορία δεν αποκτά δυνατό ξεκίνημα; δεν προβλέπεται ότι η συνέχεια θα έχει αρκετές ανατροπές;

Οι χαρακτήρες του έργου μας, τι ακριβώς ρόλο παίζουν;

«Γράφοντας ένα βιβλίο, έρχεται κάποια στιγμή που ένας χαρακτήρας λέει ή κάνει κάτι που εσύ δεν είχες σκεφτεί. Από εκείνη τη στιγμή είναι ζωντανός και το αφήνεις πάνω του».

Γκράχαμ Γκρην, 1904-1991, Βρετανός συγγραφέας

 

«Το γράψιμο είναι σαν να κάνεις έρωτα: Μην ανησυχείς για τον οργασμό, απλά επικεντρώσου στη διαδικασία».

Ιζαμπέλ Αλιέντε, 1942-, Χιλιανή συγγραφέας

 

«Σε κάθε βιβλίο μου, από ένα σημείο και μετά, οι ήρωές μου παίρνουν πρωτοβουλίες και ολοκληρώνουν μόνοι τους το έργο».

Ουίλιαμ Φώκνερ, 1897-1962, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1949

Ξεκινάμε λοιπόν. Έτσι και αλλιώς, το πλάνο που φτιάξαμε στην αρχή θα παραβιαστεί από τους χαρακτήρες μας. Πάντα κάνουν του κεφαλιού τους και μας αγνοούν. Πάντα αυτονομούνται.

 

«Δεν κάνει κανείς καλή λογοτεχνία με καλά συναισθήματα. Ακόμη και η Βίβλος. Τι αριστούργημα!»

Henri Jeanson, 1900-1970, Γάλλος συγγραφέας

Οι χαρακτήρες μας δεν πρέπει να είναι μόνο άγιοι ούτε μόνο διάολοι, είναι άνθρωποι με καλή και κακή πλευρά ταυτόχρονα. Βάλε κακία, ωραίο και καθάρματα.

 

«Αυτό που κάνω είναι να βάζω τους ήρωές μου σε καταστάσεις τόσο δύσκολες, που δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουν. Και έπειτα, βρίσκω πώς θα τους γλιτώσω».

Sidney Sheldon, 1917-2007, Αμερικανός σεναριογράφος & συγγραφέας

Δεν αφήνουμε τους χαρακτήρες μας σε χλωρό κλαρί. Τους παιδεύουμε, τους τυραννάμε, τους βγάζουμε τον κακό και καλό χαρακτήρα τους.

Είναι σαφές, πλέον, ότι στην ιστορία υπάρχει κάποιος κύριος ήρωας και πολύ πιθανόν να υπάρχει και κάποιος ανταγωνιστής; Σαν ανταγωνιστή μπορούμε να έχουμε έναν άνθρωπο, αλλά πολύ πιθανόν να βάλουμε σαν ανταγωνιστή του κεντρικού ήρωα μια ιδέα ή μια θεωρία. Για παράδειγμα, ο ηθικός κώδικας που έχει κάποιος στα βάθη της καρδιάς του μπορεί να ανταγωνίζεται τις κακές πράξεις ή σκέψεις που έχει ο ήρωας. Θα είναι καλό να έχουμε καθορίσει επακριβώς, τουλάχιστον, στο μυαλό μας   τα κίνητρα που έχουν οι ήρωες του έργου. Άλλο θέμα είναι αν θέλουμε να αποκαλύψουμε αυτά τα κίνητρα και στους αναγνώστες, πριν να έρθει η ώρα τους. Ένα άλλο επίσης σοβαρό στοιχείο που έχουμε να κάνουμε, είναι να καθορίσουμε τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στους ήρωες. Μπορεί να έχουμε δυο ήρωες εξ ίσου ριψοκίνδυνους στον πόλεμο. Ο ένας έχει την ιδιότητα αυτή λόγω Εθνικής συνείδησης και ο άλλος γιατί θέλει να εξιλεωθεί από μια πράξη του παρελθόντος, κατά την οποία έδειξε να λιποψυχά. Δεν είναι και οι δυο τους το ίδιο ριψοκίνδυνοι για τον ίδιο λόγο.

Οι ήρωες γίνονται στον αναγνώστη και συμπαθείς και αντιπαθείς. Κανείς ήρωας δεν είναι άγιος ούτε διάολος (όπως δηλαδή συμβαίνει και στην πραγματική ζωή με τους πραγματικούς ανθρώπους). Είναι και το ένα και το άλλο. Δείχνουμε την καλή πλευρά ενός κακού ήρωα και την κακή πλευρά ενός καλού ήρωα, δηλαδή, τους κάνουμε αληθοφανείς (όπως είναι και η ίδια η ζωή).

Παιδεύουμε τον ήρωα όσο δεν πάει άλλο και τον εμποδίζουμε να κατακτήσει τον στόχο εύκολα και αβασάνιστα.

Δείχνουμε μέσω μονολόγων τη σύγκρουση του ήρωα ανάμεσα στα «θέλω» και στα «πρέπει» του. Επιδιώκουμε, δηλαδή, τη σύγκρουση των συναισθημάτων του.

Φτιάχνουμε ένα σαφές εχθρικό, αλλά και ένα σαφές φιλικό περιβάλλον για τον ήρωα. Κάπου πρέπει να έχει και αυτός ένα αποκούμπι ή έναν λάκκο με φίδια. Αυτά τα περιβάλλοντα είναι που, τελικά, θα του βάζουν τα εμπόδια ή θα τον βοηθάνε να ξεπερνά τα όρια του.

Προσπαθούμε να υπάρχει κάτι που ο ήρωας το φέρει βαρέως μέχρι το τέλος της ιστορίας. Για παράδειγμα ένας στόχος που δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Ένα μειονέκτημα του παρελθόντος του που τον κάνει τώρα να προσπαθεί να το υπερβεί με τις πράξεις του. Για παράδειγμα ο ντεντέκτιβ που έχει αναλάβει να οδηγήσει στο δικαστήριο τον έμπορο ναρκωτικών -που πούλησε τη νοθευμένη δόση και σκότωσε ένα μικρό παιδί- φέρει βαρέως που και αυτός κάποτε βρέθηκε στην ανάγκη να πουλήσει ναρκωτικά σε άλλα εξ ίσου μικρά παιδιά. Μόνο αυτός ξέρει το παρελθόν του, δεν πρόκειται να το μάθει κανένας, αλλά το φέρει βαρέως.

Θα δείξουμε, επίσης, τον ήρωα σε κάποια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας του ή ενός εθισμού του, που ταυτόχρονα είναι πολύ δύσκολο να τα υπερβεί;

Ο συγγραφέας δεν συντάσσεται με κανέναν χαρακτήρα. Δεν ανήκει σε κανέναν κόσμο που εκτυλίσσεται μέσα στο έργο. Δεν είναι ούτε με τον καταδικασμένο ούτε με τον Δικαστή. Ας μη ξεχνάμε ότι θα μας διαβάσουν και βιαστές που εκτίουν την ποινή τους και τα θύματα των βιασμών. Άρα, εκθέτουμε και τις δυο πλευρές ισόποσα. Ο συγγραφέας δεν αποδίδει δικαιοσύνη· δρα όπως ένας δικηγόρος· αναδεικνύει τα ελαφρυντικά του φονιά. Ο αναγνώστης δρα σαν δικαστής που θα τα λάβει υπ’ όψη ή όχι. Αυτό το τελευταίο, το να δίνουμε στον αναγνώστη κάποιον ρόλο και εν προκειμένω τον ρόλο του δικαστή, είναι σημαντικό. Ο αναγνώστης δεν πρέπει να είναι κάτι το ξένο και απλά να διαβάζει· πρέπει να τον κάνουμε να μετέχει. Όσο ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διαβάζει την ιστορία κάποιου άλλου –που αυτόν τον αναγνώστη δεν τον αφορά και πολύ– μπορεί και να τον χάσουμε από αναγνώστη. Όσο αισθάνεται ότι ζει και ταυτίζεται με την ιστορία, τότε μπορούμε να μην ανησυχούμε. Όταν δε, αρχίσει να αγωνιά για την τύχη του ήρωα, τότε πετύχαμε διάνα.

Χαρακτήρας και παράλληλο σύμπαν

Η δημιουργία ενός στέρεου, αυθεντικού, πρωτότυπου και ολοκληρωμένου χαρακτήρα είναι το ζητούμενο. Αλλά, θέλουμε να τον φέρνουμε σε σημείο που πρέπει να πάρει μία απόφαση, να υπερπηδήσει ένα εμπόδιο ή να αποφύγει μία απειλή. Και σίγουρα θέλουμε ή αναμένουμε ο ήρωας στο τέλος να αλλάξει. Ν’ αλλάξει προς το καλύτερο ή προς την καταστροφή.

Η δημιουργία χαρακτήρων προϋποθέτει επινόηση, πραγματικότητα, εμπειρία και φαντασία. Ο ήρωας δεν περιμένει από τον αναγνώστη να τον θαυμάσει ή να τον καταδικάσει. Ζητάει την κατανόηση του αναγνώστη σε ό,τι κι αν κάνει. Ζητάει να τον νιώσουμε. Γι αυτό λέμε, ξανά και ξανά, ότι οι χαρακτήρες του έργου οφείλουν να έχουν ελαττώματα εκτός από προτερήματα. Για να μπορέσουμε να πείσουμε τον αναγνώστη για την αυθεντικότητά τους.

Παράλληλα με τη δράση του ήρωα έχουμε και άλλες ενέργειες ή σκέψεις που μετέχουν στο έργο και επηρεάζουν τον ήρωα σε αυτό που κάνει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Επηρεάζουν, αλλά ο συγγραφέας δεν θέλει να τα φανερώσει.

Για παράδειγμα περιγράφουμε τη σκηνή που ο παπάς επισκέπτεται τον φυλακισμένο να τον εξομολογήσει. Στο τέλος ετοιμάζεται να τον κοινωνήσει. Όση ώρα ο φυλακισμένος εξομολογείται στον παπά σκέφτεται τον λόγο που καταδικάστηκε. Μπήκε στο κελί επειδή βίασε ένα μικρό παιδί. Αυτό το γεγονός τρέχει παράλληλα με την ιστορία, δεν την εξομολογείται στον παπά (γιατί ντρέπεται) και δεν την αποκαλύπτει ο συγγραφέας. Έτσι, ο παπάς μένει έκπληκτος με την άρνηση και ρωτάει τον φυλακισμένο:

«Μα γιατί δεν κοινωνάς;»

Ο βιασμός επηρεάζει τη σημερινή κατάσταση του φυλακισμένου, έστω και αν δεν αναφέρεται ή έστω και αν δεν ενδιαφέρει τη τωρινή σκηνή μας.

Οι λεπτομέρειες του χαρακτήρα

Έχουμε καταγράψει σε ένα χαρτί τα χαρακτηριστική του ήρωα. Πώς μεγάλωσε, σε ποιο σχολείο πήγε που δουλεύει, πόσα παιδιά έχει, αν χώρισε κτλ. Επίσης έχουμε γράψει ότι μικρός όταν ήταν, παίζοντας πετροπόλεμο με άλλους, έφαγε μια σβουριχτή πέτρα στο κούτελο –λίγο πάνω από το φρύδι– και από τότε έχει ζαλάδες. Ίσως το γεγονός της ζαλάδας να μη παρουσιαστεί ποτέ σαν πληροφορία μέσα στο έργο. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς πρέπει να το διαγράψουμε από τα χαρακτηριστικά του ήρωα. Εμείς πρέπει να τα ξέρουμε όλα αυτά τα μικρά μυστικά, άσχετα αν δεν αναφερθούν ποτέ. Πίσω από την πλοκή οι ζαλάδες αυτές «δουλεύονται» και ας μη το ξέρει ο αναγνώστης.

Όταν γράφουμε μπαίνουμε σε απομόνωση

«Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες».

Οδυσσέας Ελύτης, 1911-1996, Ποιητής, Νόμπελ 1979

Καθόμαστε στο γραφείο μας, παγιδεύουμε το πόμολο της πόρτας μας με χειροβομβίδες και ξεκινάμε. Η συγγραφή θέλει απομόνωση, μοναξιά και ησυχία. Ας το απολαύσουμε μόνοι μας.

Το έργο είναι σαφές στο τι επιδιώκει να πει;

«Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές».

Αλμπέρ Καμύ, 1913-1960, Γάλλος συγγραφέας, Νόμπελ 1957

 

«Καλοί συγγραφείς είναι αυτοί που χρησιμοποιούν μια γλώσσα αποτελεσματική. Που είναι δηλαδή καθαρή και ακριβής».

Ezra Pound, 1885-1972, Αμερικανός ποιητής

Δεν κάνουμε επίδειξη των συγγραφικών μας επιδεξιοτήτων. Δεν γράφουμε δοκίμιο για την Ακαδημία Αθηνών. Δεν απευθυνόμαστε σε σοφούς. Γράφουμε απλά, όπως μιλάμε, όπως καταλαβαίνουμε και μεις. Δεν γράφουμε ακαταλαβίστικα και αφήνουμε τον αναγνώστη να σπάσει το κεφάλι του να βρει, γιατί είπαμε αυτό ή το άλλο. Ο αναγνώστης διαβάζει –εκτός των άλλων– και για την ευχαρίστησή του. Δεν κάνει διατριβή πάνω στη λογοτεχνία. Κάποιο έργο που δεν το καταλαβαίνουν οι άλλοι, απλά θα μείνει στο συρτάρι μας.

 

«Συνήθως, όταν οι άνθρωποι φτάνουν στο τέλος ενός κεφαλαίου, κλείνουν το βιβλίο και πάνε για ύπνο. Εγώ γράφω επίτηδες έτσι, ώστε όταν ο αναγνώστης φτάσει στο τέλος ενός κεφαλαίου, να πρέπει να γυρίσει σελίδα».

Sidney Sheldon, 1917-2007, Αμερικανός σεναριογράφος & συγγραφέας

Επιδιώκουμε να μην αφήνουμε τον αναγνώστη να πάει για ύπνο, έτσι εύκολα. Τον ξαγρυπνούμε.

Ρυθμός εξέλιξης της ιστορίας

Στόχος μας είναι να κάνουμε τον αναγνώστη να ξεχάσει ότι διαβάζει. Να τον κάνουμε να αισθάνεται ότι πολεμάει μαζί με τους ήρωες ή τουλάχιστον με τον ήρωα που ταυτίστηκε εναντίον όλων των άλλων. Επιβάλλουμε γοργό ρυθμό σαν να τρέχουμε. Τα ρήματα και οι μικρές προτάσεις βοηθούν στη γοργή αφήγηση, ενώ οι προσδιορισμοί και τα συμπληρώματα την επιβραδύνουν.

Όπως δείχνει το πιο κάτω αφήγημα που ακολουθεί, τα λόγια μας πρέπει να είναι συγκεκριμένα («χώθηκε», «σύρθηκε») και κατανοητά («αγκάλιασε»). Οι λεπτομέρειες πρέπει να είναι ελάχιστες και καίριες, αλλιώς το παραμικρό λασκάρισμα θα διαβαστεί σαν καθυστέρηση. Προτιμάμε να γράψουμε λίγα λόγια και σταράτα:

«για τα αδέσποτα σκυλιά, οι νύχτες καρφώνουν».

παρά να εξηγούμε με πολλά λόγια, με συνέπεια την καταστροφή της αφήγησής μας:

«… γιατί τις νύχτες κάνει κρύο που φτάνει και τους δέκα βαθμούς κάτω από το μηδέν. Με τέτοιες θερμοκρασίες τα σκυλιά είναι πιθανό να πεθάνουν…».

 

«… Το σκυλί χώθηκε στ’ άχυρα. Το χιόνι έξω κόβει, καρφώνει. Ρίχνει αυτιά. Ο Κώστας σύρθηκε, χώθηκε στον στάβλο, αγκάλιασε το σκύλο, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο. Ακούει μια φωνή απ’ έξω. Ρε Κώστα, εσύ είσαι; Κώστα; Έλα ρε μάνα, τι θες;…»

 Ο ήρωας, το μόνο σίγουρο, θα βγει στο τέλος της ιστορίας νικητής ή ηττημένος. Δείξε όμως και τι αισθάνεται ο ίδιος, βγήκε, νικητής ή ηττημένος; Τι νομίζει αυτός ο ίδιος; Δείξε το με εσωτερικούς ή εξωτερικούς διαλόγους, με ματιές, με κινήσεις, με συναισθήματα, ότι ο ήρωας μένει ευχαριστημένος από την πραγμάτωση του στόχου ή απογοητευμένος από την αποτυχία.

Το τέλος της ιστορίας πρέπει να είναι εντυπωσιακό και όχι νερόβραστο. Κάτι που να συγκλονίζει.

Μερικές πληροφορίες και γεγονότα τα αφήνουμε χωρίς εξήγηση προς τους αναγνώστες. Πρέπει -κι αυτοί- να μείνουν στο τέλος με κάποια ερωτήματα για να προβληματιστούν. Μη τους τα δώσουμε όλα μασημένα.

 

Τα στάδια ανάπτυξης του έργου

Α΄ πράξη

Δυνατό ξεκίνημα στο διήγημα.

Ποια είναι η καθημερινότητα του ήρωα;

Ποιος είναι ο σκοπός του;

Ποιο είναι το εμπόδιο του;

Ποια είναι η πρόκληση που του εμφανίζεται;

Ποιο είναι το 1ο κομβικό σημείο-ανατροπή;

Β’ πράξη

Αποδοχή από τον ήρωα της πρόκλησης

Εμφανίζονται οι προκλήσεις της πλοκής

Εμβάθυνση πλοκής

Υπάρχει κάποιος ανταγωνιστής του ήρωα;

Δράση και διαμάχες

Προετοιμασία τελικής αναμέτρησης

Ποιο είναι το 2ο κομβικό σημείο-ανατροπή;

Γ’ πράξη

Τελική αναμέτρηση του ήρωα

Λύνεις εκκρεμότητες – κλείνεις ανοιχτά μέτωπα

Επαναφορά του κόσμου του στη νέα κατάσταση του ήρωα

Σχηματικά ας έχουμε στον νου μας το πιο κάτω σχεδιάγραμμα:

 

συνεχίζει…

1 σκέψη στο “Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 3ο

  1. Συναντάμε τον αριθμό 7 σε πολλές περιπτώσεις. Οι μέρες της εβδομάδας είναι το πιο απλό και πειστικό παράδειγμα. Σ’ όλο τον κόσμο η εβδομάδα έχει 7 διαφορετικές και συγκεκριμένες μέρες. Στην ηλικία, ειδικά των μικρών ανθρώπων. Τα πρώτα επτά χρόνια είναι τα άχαρα παιδικά. Αναφερόμαστε σ΄αυτά δηλώνοντας τα στραβά, παλαβά και ατελή πράγματα που μπορεί να συμβούν. Τα επόμενα επτά είναι πιο σοβαρά. Το παιδί πηγαίνει σχολείο, προσπαθεί και δείχνει τα πρώτα του σημάδια. Τα τρίτα επτά χρόνια, τα εφηβικά, είναι πολύ πιο σοβαρά και πάει λέγοντας.
    Στα θρησκευτικά δρώμενα έχουμε τα 7 (κύρια) ενεργειακά κέντρα, την επτάφωτο λυχνία, τις επτά εκκλησίες των πρώτων χριστιανικών χρόνων κ.λ.
    Στη μουσική επτά είναι οι (κύριες) νότες.
    Κάτι γίνεται λοιπόν με το 7. Ίσως να έχει σχέση και με την λογοτεχνία (η προσωπική μου γνώμη είναι πως σχετίζεται με όλα).
    Υπάρχει όμως μια ιδιαιτερότητα, ειδικά στην μουσική κλίμακα. Πρόκειται για την εισαγωγή και τις νότες Β & E (ΣΙ & ΜΙ). Ένα μουσικό έργο προκαλεί και προσκαλεί με την εισαγωγή του και το τι συμβαίνει σ΄αυτές τις δύο νότες. Οι επιφανείς συνθέτες μουσικών έργων μάλλον γνωρίζουν κάτι σχετικά με αυτά τα σημεία.
    Συγκεκριμένα, η εισαγωγή σε ένα έργο πρέπει να προσφέρει ένα σημαντικό σοκ, κάτι που να βγάζει από την θέση της ηρεμίας τον ακροατή / θεατή. Επίσης σε κάθε B & E νότα πρέπει να υπάρχει ακόμα ένα τέτοιο σοκ. Σε ένα συγγραφικό έργο αντίστοιχα σοκ πρέπει να υπάρχουν στην έναρξη, στο 2ο κεφάλαιο (αυτό ουσιαστικά επεκτείνει την ένταση που δημιούργησε η εισαγωγή ή δίνει ακόμα μια περίεργη κατάσταση) και στο 5ο κεφάλαιο. Πάλι κατά την δική μου γνώμη, όσοι ασχολούνται με την διηγηματογραφία πρέπει να έχουν μια σοκαριστική εισαγωγή, ένα πιο χαλαρό 1ο κεφάλαιο και ένα επίσης σοκ στο 2ο και 5ο κεφάλαιο. Αυτά ισχύουν για μικρά έργα π.χ. των 7 κεφαλαίων. Για μεγαλύτερα έργα, όπως οι γνωστές τριλογίες, επαναλαμβάνεται η μέθοδος του 7. Το τέλος πρέπει πάντα να είναι με τη γεύση που θυμίζει πόσο κακές συνθήκες έχει η ανθρώπινη ζωή σ΄αυτόν τον πλανήτη. Ο αναγνώστης, τελειώνοντας το βιβλίο θα ξεχάσει την υπόθεση του βιβλίου αλλά πρέπει να του μείνει το συμπέρασμα πως ενώ οι συνθήκες ζωής είναι πράγματι άσχημες δεν τα παρατάμε. Πρέπει να βρίσκουμε τρόπους για να προσπαθούμε. Αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι η προσφορά κάθε έντιμου συγγραφέα: η παρακίνηση του αναγνώστη να μην εφησυχάζει. Ο συγγραφέας είναι λοιπόν ένα ξυπνητήρι. Δεν δίνει τις λύσεις, προτρέπει σε δράση. τα παραπάνω εφαρμόζονται στην πραγματική δημοσιογραφία με την διαφορά πως τα κεφάλαια είναι οι παράγραφοι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *