Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 4ο

Η σελίδα προβλήθηκε: 38 φορές

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Το βιβλίο με χιλιάδες σελίδες είναι καλύτερο;

«Η τέχνη να γράφεις είναι η τέχνη να συντομεύεις».

Άντον Τσέχωφ, 1860-1904, Ρώσος συγγραφέας

Όταν γράφουμε δεν κοιτάμε ποτέ πόσες σελίδες έχουμε γράψει. Δεν είναι της ώρας. Αλλά όταν έρθει η ώρα της επιμέλειας ξεσκαρτάρουμε τα άχρηστα και τα πετάμε. Ναι, σβήνουμε πολλά εκ των υστέρων, δεν φοβόμαστε. Ό,τι δεν αφορά την υπόθεσή μας, ό,τι δεν είναι απαραίτητο να προχωρήσει την ιστορία πιο κάτω, στο πυρ το εξώτερον.

Το πιο κάτω απόσπασμα αποτελείται από 744 λέξεις. Θα κάνουμε προσπάθεια να σβήσουμε περιττές λέξεις χωρίς να μειωθεί η αξία της ιστορίας.

«Ανεβαίνοντας με το Λουκή και τον χωροφύλακα τα πέτρινα σκαλιά, βλέπουμε στα 300 περίπου μέτρα από μας να ορθώνεται επιβλητικά ο φάρος. Το μονοπατάκι, μας περνάει έξω από μια σπηλιά. Παρά την φούρια που μας είχε πιάσει να πάμε γρήγορα στον φάρο, με την άκρη του ματιού μας, ξεχωρίζουμε μέσα σ’ αυτήν μια σκιά. Πισωγυρίζουμε και στεκόμαστε στην είσοδο της, πολύ ήλιος έξω, σκοτάδι μέσα, και με δυσκολία ξεκαθαρίζουμε, ότι κάποιος είναι πράγματι μέσα καθιστός και κουλουριασμένος κατάχαμα… με το βλέμμα του στο πουθενά, σαν να μη μας βλέπει.

Μπαίνουμε λίγο πιο μέσα, τον πλησιάζουμε στο ένα μέτρο, τώρα βλέπουμε καλύτερα, δεν ξαφνιάζεται καθόλου, τουλάχιστον όσο ξαφνιαστήκαμε εμείς, μοιάζει να ταξιδεύει πέρα… στο πουθενά. Είναι χωμένος σ’ ένα στρατιωτικό αμπέχονο, και η χούφτα του δεξιού του χεριού βαστάει χαλαρά τη λαβή ενός σουγιά.

Το πρόσωπό του τραχύ, αξύριστο για μέρες, και τα ξανθά του μαλλιά μπερδεμένα…η πρώτη μου σκέψη… τσοπάνης απ’ αυτούς που έχουν τα κατσίκια τους εδώ στο ξερονήσι θα ‘ναι, και έχει σταθεί να ξαποστάσει. Σ’ αυτό το ξερονήσι υπάρχουν γίδια που βόσκουν ελεύθερα, αλλά οι τσοπαναραίοι δεν έμεναν μαζί τους, τ’ άφηναν μόνα τους και έφευγαν. Ούτε είδαμε καμιά βάρκα εκεί που δέσαμε και εμείς. Άρα;!… από πού βρέθηκε αυτός;

Δεν μπορεί να μη μας έχει δει!… αλλά δεν αντιδρά… κουφός; ή στραβός;…κι’ αυτός ο σουγιάς; βρε μήπως;…

Τον πλησιάζουμε ακόμη περισσότερο, χαμηλώνουμε να τον δούμε καλύτερα. Τώρα είμαστε στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτόν.

Γυρνάει το κεφάλι του προς εμάς.

Θεέ μου! τώρα από κοντά βλέπουμε ένα παιδικό πρόσωπο. Το μέτωπό του αυλακωμένο από ρυτίδες που κάνει κάποιος όταν σφίγγεται, τα μάτια πυρακτωμένα, από αϋπνία;… από κλάμα;…κι ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ…γεμάτο απορία, πόνο, φόβο, παραίτηση; …όλα, να καθρεφτίζονται μέσ’ τα μάτια του, πολύ… μα πολύ έντονα!

Το κοιτάζουμε σαστισμένοι… σαλεμένο;… αν όχι, τι…;

 Δεν ξέρουμε ποιο είναι, ούτε και γιατί βρίσκεται εδώ, δεν περιμέναμε να βρούμε ένα παιδί μέσα σε μια σπηλιά.

Ολόκληρο το σώμα του τρέμει, σαν να το τρώει ψηλός πυρετός.

Κάτι θέλει να μας πει, προσπαθεί να μας μιλήσει, αλλά δεν βγαίνει λέξη από το στόμα του, με το που πάει να μιλήσει, κάτι σαν λυγμός του κόβει τη μιλιά, και σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, τα μάτια του βουρκώνουν.

Και όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να βγάλει λέξη, κατεβάζει το κεφάλι προς το χώμα, κοιτάει ανάμεσα στα πόδια του, κουνάει ελαφρά το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, ανήμπορος, που δεν μπορεί να μιλήσει.

Σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια οι καρποί των χεριών του κάνουν μια ελαφριά περιστροφή, σαν να λέει «δεν μπορώ, τι να κάνω;», και σε κάθε τέτοια περιστροφή των καρπών του, να ξεχωρίζουμε την γυαλάδα της λάμας του σουγιά

Σαν να θέλει να μας πει να μη τον ενοχλούμε, σαν να μας λέει ξεχάστε το, αφήστε με ήσυχο, αφήστε με στην τρέλα μου, δεν μπορώ να μιλήσω!

Προσπάθησε πέντε-έξη φορές να μας μιλήσει, δεν τα καταφέρνει, και εντελώς αναπάντεχα βγάζει ένα ανατριχιαστικό κλάμα, που μας τρόμαξε. Το στήθος του τραντάζεται. Κλάμα και ουρλιαχτό μαζί, βγαίνει από το στόμα του.

Κλαίει και τραντάζεται ολόκληρος.

Έτσι που είναι κατάχαμα, ανοίγει απότομα τα χέρια του και τα τεντώνει προς εμάς. Από τη δεξιά του φούχτα, βλέπουμε την προέκταση του σουγιά.

Από ένστικτο πεταγόμαστε όρθιοι, και κάνουμε ένα βήμα πίσω.

Δεν κάνει καμιά προσπάθεια να σηκωθεί, δεν έχει το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του, καθιστός προσπαθεί να μας πιάσει;…να μας αγκαλιάσει;….να μας καρφώσει;

 Ο σουγιάς του είναι μια απειλή για μας. Αργότερα καταλάβαμε ότι ήθελε να μας αγκαλιάσει, αυτό ζήταγε το κακόμοιρο το παιδί.

Φοβόμαστε όμως, και μάλιστα πολύ.

Εγώ προσωπικά δεν έχω αντιμετωπίσει ξανά τέτοια κατάσταση στην ζωή μου.

Γρυλίζει σαν σκυλί χτυπημένο, του τρέχουν τα σάλια κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του.

Το προσωπάκι του μας κοιτάει κατάματα, ζητά να τον βοηθήσουμε, μας ικετεύει.

Τραβηχτήκαμε ακόμα πιο πίσω, αυτό να κλαίει και να μας κοιτάει, τα χέρια του σε απόγνωση ανοιχτά, σαν σε ικεσία, σαν να θέλει να μας πιάσει, κι’ εμείς τα μάτια μας, να τάχουμε καρφωμένα στον απειλητικό σουγιά.

Ευτυχώς που είχε έρθει ο Λουκής μαζί μου, γιατί εγώ δεν θα τα κατάφερνα.

 Βγαίνουμε πάλι στην αυλή, πατάμε πάνω σε θρύμματα τζαμιών.

Σηκώνουμε το κεφάλι, από πάνω μας χάσκει το κουφάρι του φάρου, και τότε καταλαβαίνουμε, ότι αυτά τα τζάμια έπεσαν από εκεί.

Πηγαίνουμε και πάλι πιο κοντά, στον νεκρό άντρα, τον παρατηρούμε, δεν μπορεί να το πιστέψει ανθρώπινος νους.

Η μια πλευρά του κορμιού, καρβουνιασμένη. Δεν έφτανε που του άνοιξε το κεφάλι στα δύο, αλλά προσπάθησε και να τον κάψει».

***

Το πιο κάτω κείμενο αποτελείται από 708 λέξεις. Το νόημα παρέμεινε το ίδιο ισχυρό με το πρωτότυπο κερδίζοντας σε λιτότητα κειμένου. Σκεφτείτε ότι σε γραπτό δύο σελίδων κόψαμε 36 λέξεις, χωρίς να χάσει το κείμενο το νόημά του. Άρα, αυτές οι λέξεις ήταν άχρηστες που, απλά, κάθονταν εκεί και βάραιναν το κείμενο. Κόψαμε το 5% του γραπτού. Δηλαδή, σ’ ένα γραπτό 300 σελίδων θα κόβαμε 15 σελίδες άχρηστων λέξεων.

Γι’ αυτό ας ξαναδούμε τι μας είπε ο Τσέχωφ.

«Η τέχνη να γράφεις είναι η τέχνη να συντομεύεις».

Άντον Τσέχωφ, 1860-1904, Ρώσος συγγραφέας

«Ανεβαίνοντας με το Λουκή και τον χωροφύλακα τα πέτρινα σκαλιά, βλέπουμε 300 περίπου μέτρα μακριά να ορθώνεται επιβλητικά ο φάρος. Το μονοπατάκι, μας περνάει έξω από μια σπηλιά. Παρά την φούρια που είχαμε να πάμε γρήγορα στον φάρο, με την άκρη του ματιού μας, ξεχωρίζουμε μέσα της μια σκιά. Πισωγυρίζουμε και στεκόμαστε στην είσοδο της, πολύ ήλιος έξω, σκοτάδι μέσα, με δυσκολία ξεκαθαρίζουμε, ότι κάποιος είναι μέσα καθιστός, κουλουριασμένος κατάχαμα… το βλέμμα του στο πουθενά, σαν να μη μας βλέπει.

Μπαίνουμε, τον πλησιάζουμε στο ένα μέτρο, τώρα βλέπουμε καλύτερα, δεν ξαφνιάζεται καθόλου, τουλάχιστον όσο ξαφνιαστήκαμε εμείς, μοιάζει να ταξιδεύει πέρα… στο πουθενά. Είναι χωμένος σ’ ένα στρατιωτικό αμπέχονο, η χούφτα του δεξιού του χεριού βαστάει χαλαρά τη λαβή ενός σουγιά.

Το πρόσωπό του τραχύ, αξύριστο για μέρες, τα ξανθά του μαλλιά μπερδεμένα…η πρώτη μου σκέψη… τσοπάνης απ’ αυτούς που έχουν τα κατσίκια τους εδώ στο ξερονήσι θα ‘ναι, έχει σταθεί να ξαποστάσει. Σ’ αυτό το ξερονήσι υπάρχουν γίδια που βόσκουν ελεύθερα, αλλά οι τσοπαναραίοι δεν έμεναν μαζί τους, τ’ άφηναν μόνα τους και έφευγαν. Ούτε είδαμε καμιά βάρκα εκεί που δέσαμε και εμείς. Άρα;!… πού βρέθηκε αυτός;

Δεν μπορεί να μη μας έχει δει!… αλλά δεν αντιδρά… κουφός; ή στραβός;…κι’ αυτός ο σουγιάς; βρε μήπως;…

Τον πλησιάζουμε ακόμη περισσότερο, χαμηλώνουμε να τον δούμε καλύτερα. Ερχόμαστε στο ίδιο επίπεδο.

Γυρνάει το κεφάλι του προς εμάς.

Θεέ μου! τώρα από κοντά βλέπουμε ένα παιδικό πρόσωπο. Το μέτωπό του αυλακωμένο από ρυτίδες που κάνει κάποιος όταν σφίγγεται, τα μάτια πυρακτωμένα, από αϋπνία;… από κλάμα;…κι ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ…γεμάτο απορία, πόνο, φόβο, παραίτηση; …όλα, καθρεφτίζονται μέσ’ τα μάτια του, πολύ… μα πολύ έντονα!

Το κοιτάζουμε σαστισμένοι… σαλεμένο;… αν όχι, τι…;

Δεν ξέρουμε ποιο είναι, ούτε γιατί βρίσκεται εδώ, δεν περιμέναμε να βρούμε ένα παιδί σε μια σπηλιά.

Ολόκληρο το σώμα του τρέμει, σαν να το τρώει ψηλός πυρετός.

Κάτι θέλει να μας πει, προσπαθεί να μας μιλήσει, αλλά δεν βγαίνει λέξη από το στόμα του, με το που πάει να μιλήσει, κάτι σαν λυγμός του κόβει τη μιλιά, και σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, τα μάτια του βουρκώνουν.

Και όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να βγάλει λέξη, κατεβάζει το κεφάλι, κοιτάει ανάμεσα στα πόδια του, το κουνάει ελαφρά δεξιά-αριστερά, ανήμπορος, που δεν μπορεί να μιλήσει.

Σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια οι καρποί των χεριών του κάνουν μια ελαφριά περιστροφή, σαν να λέει «δεν μπορώ, τι να κάνω;», και σε κάθε τέτοια περιστροφή των καρπών του, να ξεχωρίζουμε την γυαλάδα της λάμας.

Σαν να θέλει να μας πει να μη τον ενοχλούμε, σαν να μας λέει ξεχάστε το, αφήστε με ήσυχο, αφήστε με στην τρέλα μου, δεν μπορώ να μιλήσω!

Προσπάθησε πέντε-έξη φορές να μας μιλήσει, δεν τα καταφέρνει, και εντελώς αναπάντεχα βγάζει ένα ανατριχιαστικό κλάμα, που μας τρόμαξε. Το στήθος του τραντάζεται. Κλάμα και ουρλιαχτό μαζί, βγαίνει από το στόμα του.

Κλαίει και τραντάζεται ολόκληρος.

Έτσι που είναι κατάχαμα, ανοίγει απότομα τα χέρια του, τα τεντώνει προς εμάς. Στη δεξιά του φούχτα, βλέπουμε την προέκταση του σουγιά.

Από ένστικτο πεταγόμαστε όρθιοι, κάνουμε ένα βήμα πίσω.

Δεν κάνει καμιά προσπάθεια να σηκωθεί, δεν έχει το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του, καθιστός προσπαθεί να μας πιάσει;…να μας αγκαλιάσει;….να μας καρφώσει;

 Ο σουγιάς του είναι απειλή για μας. Αργότερα καταλάβαμε ότι ήθελε να μας αγκαλιάσει, αυτό ζήταγε το κακόμοιρο το παιδί.

Φοβόμαστε όμως, και μάλιστα πολύ.

Εγώ προσωπικά δεν έχω αντιμετωπίσει ξανά τέτοια κατάσταση στην ζωή μου.

Γρυλίζει σαν σκυλί χτυπημένο, του τρέχουν τα σάλια κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του.

Το προσωπάκι του μας κοιτάει κατάματα, ζητά να τον βοηθήσουμε, μας ικετεύει.

Τραβηχτήκαμε ακόμα πιο πίσω, αυτό να κλαίει και να μας κοιτάει, τα χέρια του σε απόγνωση ανοιχτά, σαν σε ικεσία, σαν να θέλει να μας πιάσει, κι’ εμείς τα μάτια μας, καρφωμένα στον απειλητικό σουγιά.

Ευτυχώς που είχε έρθει ο Λουκής μαζί μου, γιατί εγώ δεν θα τα κατάφερνα.

 Βγαίνουμε πάλι στην αυλή, πατάμε σε θρύμματα τζαμιών.

Σηκώνουμε το κεφάλι, από πάνω μας χάσκει το κουφάρι του φάρου, και τότε καταλαβαίνουμε, ότι αυτά τα τζάμια έπεσαν από εκεί.

Πηγαίνουμε και πάλι πιο κοντά, στον νεκρό άντρα, τον παρατηρούμε, δεν μπορεί να το πιστέψει ανθρώπινος νους.

Η μια πλευρά του κορμιού, καρβουνιασμένη. Δεν έφτανε που του άνοιξε το κεφάλι στα δύο, αλλά προσπάθησε και να τον κάψει».

 

Να περιγράψουμε τη θάλασσα;

Θέλουμε να περιγράψουμε τη θάλασσα σε μια σκηνή όπου εκτυλίσσεται κάποια φάση του έργου μας:

«Η θάλασσα ήταν κατάμαυρη. Αυτός ο κυματισμός που είχε την ανακάτευε και έφερνε το πάνω κάτω. Ήταν γεμάτη από κάθε λογής σκουπίδια. Το ψηλότερο παιδί δεν τόλμησε να μπει να πιάσει την μπάλα που έπεσε μετά από το δυνατό σουτ. Το άλλο το κοντόχοντρο έκανε να μπει αλλά δίστασε και αυτό μόλις έφτασε κοντά της».

Η πιο πάνω περιγραφή της θάλασσας μπορεί να δοθεί στον αναγνώστη με έναν διάλογο που θα στήσουμε:

«Αμάν ρε Γιώργο, σου είπα να σουτάρεις πιο μαλακά. Τώρα τι θα κάνουμε;

«Σιγά μωρέ μη κάνεις έτσι, θα μπούμε μέσα και θα την πιάσουμε».

«Τρελός είσαι ρε; Εγώ σε τέτοια άθλια θάλασσα με τόσα σιχαμερά σκουπίδια να επιπλέουν δεν μπαίνω».

«Ε, τότε θα μπω εγώ».

«Τι πας να κάνεις ρε βλάκα; Η κακοκαιρία την έχει ανακατέψει, είναι κατάμαυρη, δε βλέπεις; Ούτε ξέρουμε πόσο βαθιά είναι στο σημείο αυτό, είναι επικίνδυνο»

 Κάναμε δηλαδή την περιγραφή που θέλαμε χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις των δυο ηρώων μας. Δείξαμε τι αισθάνονται τα μάτια τους, φανερώσαμε τους φόβους τους, δείξαμε την αηδία που τους έπιασε από την βρόμα. Αντίθετα, η απλή περιγραφή της μαύρης και βρόμικης θάλασσας μπορεί να κουράσει.

 

Να γεμίσουμε το έργο με σκηνές που κόβουν την ανάσα;

Να την γεμίσουμε, γιατί όχι; Αλλά φροντίζουμε ανάμεσα σε συνεχείς έντονες σκηνές να βάζουμε και μερικές πιο ήρεμες. Δεν γίνεται να κρατήσουμε τον αναγνώστη με μόνο σκληρή δράση. Να βάζουμε κάποιες παραγράφους που να επεξηγούν –εξ απαλών ονύχων– τι έγινε ή τι πρόκειται να γίνει. Θέλουμε να αποφορτίζουμε μερικές φορές τον αναγνώστη από την ένταση.

 

Τα φτιασιδώματα

«Μη χρησιμοποιείς λέξεις υπερβολικά μεγάλες για το θέμα. Μη λες «άπειρο» όταν εννοείς «πολύ». Διαφορετικά, δεν θα σου έχουν μείνει λέξεις όταν θελήσεις να μιλήσεις για κάτι πραγματικά άπειρο».

C.S. Lewis, 1898-1963, Ιρλανδός συγγραφέας

 

«Μια φράση υπερβολικά φορτωμένη με επίθετα είναι σαν ένας στρατός όπου κάθε στρατιώτης κουβαλάει μαζί του έναν σκλάβο».

Κοϊντιλιανός, 35-96 μ.Χ., Ρωμαίος ρήτορας

Γενικά, αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε επίθετα. Επίσης γενικά, δεν χρειάζεται να πλατειάζουμε στις περιγραφές μας. Αποφεύγουμε τις φιοριτούρες. Για παράδειγμα: «το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, άχρωμο και καταθλιπτικό».

 Θα μπορούσαμε να γράψουμε: «το δωμάτιο ήταν μουντό».

 Κάποιες φορές παρασυρόμαστε και κάνουμε αναλυτικότατες περιγραφές των χαρακτήρων. Άλλες φορές πάλι κάνουμε το αντίθετο. Ό,τι κι αν επιλέξουμε, έχει σχέση με το τι αίσθημα θέλουμε να ρίξουμε στη σκηνή μας. Ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι λάθος. Αλλά, προσοχή μη κουράσουμε τον αναγνώστη με περιττά πράγματα. Το ίδιο συμβαίνει και όταν δίνουμε λεπτομερή περιγραφή ενός τόπου ή ενός πράγματος. Είναι σημαντικό να παραλείπουμε όλα όσα θα προσπερνούσε και ο αναγνώστης.

Στο πιο κάτω απόσπασμα, στην προσπάθειά μας να χρωματίσουμε το γραπτό με ωραίες λέξεις έχουμε γίνει υπερβολικοί. Επίσης προσπαθούμε να δώσουμε μια λεπτομερή περιγραφή του τόπου. Υπάρχει πρόβλημα και από τα πολλά επίθετα και από το πλάτιασμα της περιγραφής. Ας προσπαθήσουμε να το κάνουμε πιο λογοτεχνικό, πιο σκληρό, πιο στιβαρό. Να γράψουμε δηλαδή μόνο όσα είναι απαραίτητα. Δεν χρειάζεται να κάνουμε τον αναγνώστη να χασμουριέται.

Πρωτόλειο γραπτό

«Κάποια στιγμή φτάνει και το παλιό λεωφορείο που εκτελεί τη γραμμή από το κεντρικό λιμάνι μέχρι το μικρό αυτό χωριό. Ένα χωριό που θα το ζήλευαν πολλοί. Απλωμένο γύρω από το μικρό λιμάνι. Ένα λιμάνι ιδανικό για το μπάνιο των μικρών παιδιών. Ρηχή θάλασσα με άμμο. Σε αυτό το λιμάνι τα βράδια βρίσκονται όλες οι κοπελιές του χωριού. Χαζεύουν τους νιους. Από το λεωφορείο κατέβηκαν λιγοστοί επιβάτες, που σχεδόν όλοι τους, είχαν πάει να προσκυνήσουν στη μεγάλη εκκλησία του νησιού. Να και οι γερόντισσες που περίμενε ο Λουκής, αυτές πρέπει νάναι που έρχονται σουνάμενες και κουνάμενες, αυτές έχουν ένα ακόμα ταξίδι να κάνουν μέχρι το όμορφο νησάκι. Βάσταγαν λιβάνια, εικόνες και καταπράσινα μαντζούνια. Όταν ήρθαν κοντά μας, κατάλαβα ότι δεν ήταν και τόσο γερόντισσες που μου τις έλεγε. Σαραντάρες οι περισσότερες, αλλά οι γυναίκες στην επαρχία από την «καλοπέραση» φαίνονται μεγαλύτερες. Γελάκια, πειράγματα και αστεία μεταξύ τους, μέχρι να έρθουν στο καΐκι που λικνιζόταν στο λιμανάκι μας. Πάμε Λουκή, φεύγουμε, την πήραμε την ευλογία, του χρόνου πάλι, του φώναξε η πιο πεταχτούλα».

Απομάκρυνση περιττών λέξεων

«Κάποια στιγμή φτάνει και το παλιό λεωφορείο που εκτελεί τη γραμμή (έρχεται) από το κεντρικό λιμάνι μέχρι το μικρό αυτό χωριό αυτό (εδώ). Ένα χωριό που θα το ζήλευαν πολλοί. Απλωμένο γύρω από το μικρό λιμάνι. Ένα λιμάνι ιδανικό για το μπάνιο των μικρών παιδιών. Ρηχή θάλασσα με άμμο. Σε αυτό το λιμάνι τα βράδυα βρίσκονται όλες οι κοπελιές του χωριού. Χαζεύουν τους νιους. Από το λεωφορείο κατέβηκαν λιγοστοί επιβάτες, που σχεδόν όλοι τους, είχαν πάει να προσκυνήσουν στη μεγάλη εκκλησία του νησιού. Να και οι γερόντισσες που περίμενε ο Λουκής, αυτές πρέπει νάναι που έρχονται σουνάμενες και κουνάμενες, αυτές έχουν ένα ακόμα ταξίδι να κάνουν μέχρι το όμορφο νησάκι. Βάσταγαν λιβάνια, εικόνες και καταπράσινα μαντζούνια. Όταν ήρθαν κοντά μας, κατάλαβα ότι δεν ήταν και τόσο γερόντισσες που μου τις έλεγε. Σαραντάρες οι περισσότερες, αλλά οι γυναίκες στην επαρχία από την «καλοπέραση» φαίνονται μεγαλύτερες. Γελάκια, πειράγματα και αστεία μεταξύ τους, μέχρι να έρθουν στο καΐκι που λικνιζόταν στο λιμανάκι μας. Πάμε Λουκή, φεύγουμε, την πήραμε την ευλογία, του χρόνου πάλι, του φώναξε η πιο πεταχτούλα».

Τελικό αποτέλεσμα

«Κάποια στιγμή φτάνει και το λεωφορείο που έρχεται από το κεντρικό λιμάνι μέχρι εδώ. Κατέβηκαν λιγοστοί επιβάτες, που σχεδόν όλοι τους, είχαν πάει να προσκυνήσουν στη μεγάλη εκκλησία του νησιού. Να και οι γερόντισσες που περίμενε ο Λουκής, αυτές πρέπει νάναι που έρχονται σουνάμενες και κουνάμενες, αυτές έχουν ένα ακόμα ταξίδι να κάνουν μέχρι το νησάκι. Βάσταγαν λιβάνια, εικόνες και μαντζούνια. Όταν ήρθαν κοντά μας, κατάλαβα ότι δεν ήταν και τόσο γερόντισσες που μου τις έλεγε. Σαραντάρες οι περισσότερες, αλλά οι γυναίκες στην επαρχία από την «καλοπέραση» φαίνονται μεγαλύτερες. Γελάκια, πειράγματα και αστεία μεταξύ τους, μέχρι να έρθουν στο καΐκι. Πάμε Λουκή, φεύγουμε, την πήραμε την ευλογία, του χρόνου πάλι, του φώναξε η πιο πεταχτούλα».

 

«Το να γράφεις απλά και καθαρά είναι το ίδιο δύσκολο με το να είσαι ειλικρινής και καλός».

Σόμερσετ Μωμ, 1874-1965, Βρετανός συγγραφέας

Όταν ο συγγραφέας γράφει αναλυτικά και εξηγεί υπερβολικά μια σκηνή είναι σαν να θεωρεί τον αναγνώστη χαζό να καταλάβει μερικά βασικά πράγματα. Η γραφή ξεκινά από την καρδιά του συγγραφέα και ολοκληρώνεται στο μυαλό του αναγνώστη. Μπορούμε εμείς να ξεκινάμε μια νοηματική φράση και να την αφήνουμε με τέχνη να τελειώνει μέσα στο μυαλό του κάθε αναγνώστη. Πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι ο αναγνώστης δεν είναι χαζός. Καταλαβαίνει πολύ καλά, ακόμα κι αν του μιλάμε με λίγα λόγια. Και βέβαια, υπάρχουν και πράγματα που δεν θέλουμε να τα δηλώσουμε φανερά. Ας αφήσουμε τον αναγνώστη να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

Για παράδειγμα ας δούμε τη φράση:

«Σαραντάρες οι περισσότερες, αλλά οι γυναίκες στην επαρχία από την ‘‘καλοπέραση’’ φαίνονται μεγαλύτερες».

Αν θέλαμε να αφήσουμε στον αναγνώστη να φανταστεί γιατί αυτές οι γυναίκες φαίνονται γριές και να γίνουμε πιο λιτοί, θα γράφαμε:

«Σαραντάρες οι περισσότερες, αλλά οι γυναίκες στην επαρχία φαίνονται μεγαλύτερες».

Αφού δεν αναφέρουμε τον λόγο που τις κάνει μεγαλύτερες, ένας αναγνώστης θα φανταστεί ότι λόγω της σκληρής ζωής στα χωράφια, άλλος λόγω του ήλιου και του αέρα που τις βαράει όλη μέρα στο πρόσωπο, άλλος ότι οι γυναίκες στα χωριά δεν χρησιμοποιούν κρέμες ενυδάτωσης.

Εξαρτάται από τι θέλουμε να δώσουμε σαν έτοιμη τροφή στον αναγνώστη.

Άλλο παράδειγμα με την επόμενη φράση:

«Να και οι γερόντισσες που περίμενε ο Λουκής, αυτές πρέπει νάναι που έρχονται σουνάμενες και κουνάμενες, αυτές έχουν ένα ακόμα ταξίδι να κάνουν μέχρι το νησάκι. Όταν ήρθαν κοντά κατάλαβα ότι αυτές μόνο γριές δεν ήταν. Το πολύ να τις έκανες σαραντάρες. Αλλά τι περιμένεις; στην επαρχία οι γυναίκες γερνάνε γρήγορα και τις φωνάζουν γριές».

Στις προτάσεις που δίνουμε στον αναγνώστη περιέχεται κατ’ αρχάς η έννοια της γριάς γυναίκας σε ένα χωριό. Πώς φανταζόμαστε μια γριά να περπατά; Οι περισσότερες γριές περπατάνε κούτσα-κούτσα. Πολλές βαστάνε και μπαστούνι. Έχουμε σχηματίσει την εικόνα της γριάς να είναι φορτωμένη με περιττά κιλά πάνω της. Τα πόδια τους είναι λίγο στραβά.

Και αμέσως μετά του δίνουμε τις έννοιες «σουνάμενες» και «κουνάμενες». Εδώ υπάρχει λογική αντίφαση. Και γριές και κουνάμενες δεν γίνεται. Άρα αφού κουνιούνται όπως κάνουν οι νέες γυναίκες, αυτές απλά φοράνε τσεμπέρια και μαύρα ρούχα και έτσι φαίνονται από μακριά γριές, αλλά τελικά πιο κάτω εξηγούμε στον αναγνώστη ότι πράγματι δεν ήταν γριές. Και του συνεχίζουμε την επεξήγηση ότι στην επαρχία οι γυναίκες γερνάνε γρήγορα.

Θα μπορούσαμε αν θέλαμε λιτότητα στον λόγο να γράφαμε:

«Να και οι γερόντισσες που περίμενε ο Λουκής, αυτές πρέπει νάναι που έρχονται σουνάμενες και κουνάμενες, αυτές έχουν ένα ακόμα ταξίδι να κάνουν μέχρι το νησάκι. Το πολύ να τις έκανες σαραντάρες».

Αφήνουμε στον αναγνώστη να σκεφτεί την αντίφαση ανάμεσα στο «γερόντισσες» και στο κουνάμενες – σουνάμενες». Ας λύσει αυτός το μυστήριο.

Και αν τον εντυπωσιάσει το «κουνάμενες – σουνάμενες», τότε θα καταλήξει ότι τελικά αυτές μόνο γερόντισσες δεν είναι. Και αν τον προβληματίσει το γεγονός που τις αποκαλούν «γερόντισσες», ενώ είναι νέες, τότε πολύ πιθανό να καταλήξει ότι αυτό είναι μια «λεκτική» συνήθεια του χωριού.

Και στο τέλος μπορεί μόνος του να καταλήξει στο γεγονός ότι ναι μεν στο σώμα είναι νέες (άρα δικαιολογείται το κουνάμενες), αλλά στο πρόσωπο είναι σαν γριές, αφού δεν χρησιμοποιούν καλλυντικά.

Τον αναγνώστη τον αφήνουμε να συμπληρώσει μόνος του στο δικό του μυαλό την εικόνα που έχει ο συγγραφέας στην καρδιά του. Ο συγγραφέας όταν γράφει, παίζει με τον αναγνώστη.

 

Λέμε τι δεν είναι

Μερικές φορές θέλουμε να κάνουμε περιγραφή χωρίς να λέμε ποια είναι η πραγματική εικόνα, αλλά να λέμε τι δεν είναι αυτή.

Για παράδειγμα:

«Ο νέος που ζήτησε την κόρη μου σε γάμο, δεν είναι άσχημος, δεν είναι κακό παιδί».

Αποφεύγει να μας πει ότι είναι όμορφος και καλό παιδί. Το πιθανότερο είναι να μην είναι ούτε πολύ όμορφος ούτε και τόσο καλό παιδί.

Άλλο παράδειγμα:

Στο έργο «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», ο Ρίζος ρωτάει με επιμονή, αν η αδελφή του Αυλωνίτη είναι μεγάλη. Εντάξει, η Βασιλειάδου είναι μεγάλη, αλλά ο Αυλωνίτης δεν τολμά να του το πει. Και τι του λέει;

«Ε, δεν είναι και σαν την Ακρόπολη»

 

συνεχίζει…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *