Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 5ο

Η σελίδα προβλήθηκε: 17 φορές

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Ερωτήσεις

Οι ερωτήσεις που θέτει μέσα στο έργο ο συγγραφέας θεμελιώνουν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συμπάθειας με τον αναγνώστη· κάτι που το επιδιώκουμε. Ο Ρήγας Φεραίος στον θούριο του αναρωτιέται και βασικά ρωτάει τον αναγνώστη:

«΄Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,

μονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;»

Ο αναγνώστης είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ήθελε να είναι μπροστά στον Φεραίο και να του απαντήσει. Λίγο θέλει να τον ακούσεις να λέει, «πάνω του Ρήγα».

Ο Καβάφης από την άλλη κάνει μια ρητορική ερώτηση:

«Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους».

Όταν η ερώτηση γίνεται ρητορικά δεν κλείνει με το ερωτηματικό, αλλά με τελεία.

 

Να βάλουμε και λίγο σασπένς;

Δεν μιλάμε για το μυστήριο που καλύπτει όλο το έργο. Μιλάμε για στιγμιαίες δράσεις διάσπαρτες σε όλο το έργο. Ή ακόμη καλύτερα δοσμένες εκεί που τελειώνει κάποιο κεφάλαιο. Αν εκεί καρφώσουμε ένα σασπένς, τότε ο αναγνώστης δεν θα γυρίσει πλευρό να κοιμηθεί, αλλά την επόμενη σελίδα για να δει τι γίνεται πιο κάτω. Με το σασπένς δημιουργείται η φράση που λέει κάποιος: «διάβασα το βιβλίο απνευστί». Βέβαια, θα μπορούσε να μπει σασπένς και στην αρχή του έργου.

«Άκουσα το κουδούνι που χτύπαγε δαιμονισμένα. Σηκώθηκα μέσα στον ύπνο μου και ξεκλείδωσα την εξώπορτα. Βλέπω τον Γιάννη να κρατάει στην αγκαλιά του τον άντρα μου. ήταν και οι δύο γεμάτοι αίματα. Το κεφάλι του άντρα μου ήταν πεσμένο στα πλάγια, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του έβγαζε σιγανά μουγκρίσματα. Έκανε ο Γιάννης ένα βήμα μέσα στο σπίτι και ξαφνικά έπεσαν και οι δυο τους στο πάτωμα. Ο Γιάννης πέθανε ακαριαία επί τόπου, ήξερα από παλιά ότι η καρδιά του είχε τα χάλια της. Ο άντρας μου άφησε την πνοή του σε λίγα λεπτά».

Ένα έργο που ξεκινάει για παράδειγμα έτσι, δημιουργεί ένα σασπένς. Ο αναγνώστης θα θέλει να μάθει τι έγινε. Πώς προέκυψαν τα αίματα, πώς ο Γιάννης κατάφερε και τον έφερε αγκαλιά μέχρι το σπίτι και κυρίως ποιος κτύπησε τον άντρα της. Μπορεί η αποκάλυψη να γίνει ακόμα και στην τελευταία σελίδα. Σε όλο το έργο ο αναγνώστης πολύ πιθανόν να ψάχνει αυτή τη σκηνή.

Μια άλλη τεχνική του σασπένς είναι να δώσουμε τέτοια στοιχεία στη ροή του έργου, ώστε ο αναγνώστης να νομίζει ότι έχει βρει το τι θα γίνει πιο κάτω. Και εκεί που διαβάζει σίγουρος για την εξέλιξη και απλά διαβάζει για να το επιβεβαιώσει, του δίνουμε μια ανατροπή και τον σηκώνουμε από το κρεβάτι που κάθεται και διαβάζει. Προσοχή όμως, η ανατροπή να είναι αληθοφανής, μη του δώσουμε καμιά χαζή ανατροπή, γιατί τότε -και με το δίκιο του- θα νευριάσει με μας και με την παιδαριώδη ανατροπή μας.

 

Από πού έρχονται οι ιδέες και οι εικόνες;

«Όλα όσα έχω δημοσιεύσει δεν είναι παρά αποσπάσματα από μια μεγάλη εξομολόγηση».

Βόλφγκανγκ Γκαίτε, 1749-1832, Γερμανός ποιητής & φιλόσοφος

 

«Οτιδήποτε βλέπεις μπορεί να γίνει ένα παραμύθι και μπορείς να βγάλεις μια ιστορία από οτιδήποτε αγγίξεις».

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1805-1875, Δανός συγγραφέας παραμυθιών

 

Βλέπουμε γύρω μας να εκτυλίσσονται κάθε μέρα τόσα περίεργα μπροστά στα μάτια μας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι μόνο να αποφασίσουμε, αν θέλουμε να τα διηγηθούμε ή να τα σατιρίσουμε. Περνάμε δηλαδή στο διήγημα ή στο χρονογράφημα. Αν βάλουμε και μισή οκά, φαντασία περνάμε στο μυθιστόρημα.

Σε ένα μπλοκάκι γράφουμε λέξεις που ακούμε από τη διπλανή μας στο μετρό ενώ μιλάει στον γιο της ή στη φίλη της. Μια φάτσα που έχει κάτι περίεργο πάνω της –μπορεί να μη καταλαβαίνουμε τι περίεργο έχει αλλά το έχει–, ένας κουλουράς που του ρίχνει ο αέρας τον ταμπλά, το καμάκι που προσπαθεί να ρίξει την Κινέζα στο βάθος, τον τύπο που του παίρνει ο αέρας την περούκα και τρέχει να καλύψει την ανασφάλειά του· οτιδήποτε θα μας δώσει αφορμή να γράψουμε. Οι πιο δυνατές εικόνες έρχονται από σκληρά γεγονότα, κηδεία, ατύχημα, παιδί που ζητιανεύει να φάει.

 

Αφήγηση ή διάλογοι;

Οι χαρακτήρες των ηρώων παρουσιάζονται στον αναγνώστη μέσα από την αφήγηση ή μέσα από τις πράξεις των ίδιων των ηρώων. Μπορεί αντί για πράξεις των ηρώων να έχουμε τους μονόλογους των, που να εκθέτουν, τελικά, τους χαρακτήρες τους. Οι χαρακτήρες των ηρώων θα είναι καλό να παρουσιάζονται μέσα από δράση, σκέψεις, λόγια δικά τους ή γνώμες των άλλων συμμετεχόντων και όχι από μια ξερή αφήγηση. Η αφήγηση τείνει να κοιμίσει τον αναγνώστη· οι διάλογοι τον ξυπνούν.

Ό,τι θέλουμε να δείξουμε το κάνουμε μέσα από διαλόγους. Διαλόγους όμως, που να περιέχουν δυνατές συγκρούσεις. Διαλόγους, που μέσα από αυτούς θα αναδεικνύονται ή θα καταβυθίζονται οι χαρακτήρες. Δεν χρειάζεται να γράφουμε: «ο αστυνόμος μέσα σε βροχή από σφαίρες όρμησε στους μαφιόζους από το ανοικτό παράθυρο γιατί αισθάνθηκε μέσα του κάτι που τον έκανε έξαλλο».

Αντ’ αυτού θα μπορούσαμε να πούμε: «ο αστυνόμος βλέπει δίπλα του να πέφτει κτυπημένος από σφαίρες των μαφιόζων ο καλύτερος του συνεργάτης –πατέρας δυο μικρών παιδιών– που στο ένα ήταν και νονός του. Με την τρέλα ζωγραφισμένη στα μάτια του, πετάγεται όρθιος και με τις σφαίρες να σφυράνε δίπλα του, δίνει ένα σάλτο και πηδάει μέσα στο δωμάτιο από το ανοικτό παράθυρο. Με την καραμπίνα στα χέρια ξεκοίλιασε όλους τους μαφιόζους που δεν περίμεναν κάτι τέτοιο». Δείχνουμε τις ίδιες εικόνες με πράξεις, ματιές ή με εσωτερικό μονόλογο.

Ο διάλογος, στο έργο μας, επιτελεί τρεις λειτουργίες: Αποκαλύπτει τους χαρακτήρες, πηγαίνει την πλοκή πιο κάτω και παρουσιάζει το παρελθόν των χαρακτήρων ή της ιστορίας. Αν πετύχουμε στους δύο από τους τρεις στόχους, θα έχουμε έναν καλό διάλογο. Αν πετύχουμε και τον τρίτο θα έχουμε έναν καταπληκτικό διάλογο. Ο διάλογος δεν πρέπει να γίνει βαρετός.

Οι διάλογοι αποδίδονται βασικά με δυο τρόπους:

α) τον κάνουμε με επεξηγήσεις. Για παράδειγμα:

«Φύγε από εδώ, αυτό το πόστο μου ανήκει», της είπε απειλητικά.

«Εγώ έχω άδεια από τον Δήμο, εσύ έχεις;» του απάντησε με φανερό εκνευρισμό.

«Ρε, εγώ δεν παίρνω άδεια από κανέναν. Το πεζοδρόμιο είναι δημόσιος χώρος. Θες να σου ανοίξω κανένα κεφάλι;», του ξαναλέει τώρα σηκώνοντας στο χέρι του ένα στειλιάρι.

«Έχεις όρεξη για καβγά;» κραυγάζει με υστερική φωνή φωνάζοντας γύρω της, «βοήθεια!»

 

β) Ή θα τον αποδώσουμε ανέπαφο. Για παράδειγμα:

«Φύγε από εδώ, αυτό το πόστο μου ανήκει».
«Εγώ έχω άδεια από τον Δήμο, εσύ έχεις;»

«Ρε, εγώ δεν παίρνω άδεια από κανέναν. Το πεζοδρόμιο είναι δημόσιος χώρος. Θες να σου ανοίξω κανένα κεφάλι;»

«Έχεις όρεξη για καβγά;…βοήθεια!»

Οι δύο διάλογοι διαφέρουν ως προς την ένταση του διαλόγου και της πλοκής. Ο διάλογος με πολλές επεξηγήσεις στερείται σε ένταση και ταχύτητα, γι’ αυτό και προτιμάται όταν θέλουμε να περιγράψουμε ήρεμες κουβέντες μεταξύ των ηρώων μας, ερωτικές εξομολογήσεις, εξιστόρηση γεγονότων κ.α.

Στον διάλογο με επεξηγήσεις «κόβουμε» την ταχύτητα του διαλόγου. Η συζήτηση είναι ήσυχη, δεν υπάρχει ένταση ούτε αντιπαλότητα, κυλά ομαλά.

Ο διάλογος που δεν περιέχει επεξηγήσεις είναι πιο έντονος και πιο γρήγορος. Τέτοιοι διάλογοι είναι οι τσακωμοί, οι λογομαχίες, οι αντιδικίες κ.α. Στους διαλόγους να θυμόμαστε ότι ο αναγνώστης «τρέχει». Όσο ο διάλογος είναι καταιγιστικός και δεν διακόπτεται με περιγραφές και επεξηγήσεις, τόσο η ανάγνωση και ο αναγνώστης «τρέχουν». Αυτό με τη σειρά δίνει ένταση και αγωνία που επιθυμούμε.

Παρατηρείστε στον δρόμο κάποιον έντονο διάλογο. Θα δείτε ότι όταν οι άνθρωποι τσακώνονται δεν πολυσκέφτονται τι λένε και τι κάνουν. Μιλάνε γρήγορα και ακατάπαυστα, παρασύρονται από βιασύνη και θυμό. Έτσι όπως γίνεται δηλαδή και στον διάλογο χωρίς επεξηγήσεις.

 

Δείξε το, μη το λες

Τους όρους «tell» και «show», «λέγω» και «δείχνω», εισήγαγε στη θεωρία της Λογοτεχνίας ο Βρετανός συγγραφέας Henry James. Είναι οι δύο λέξεις – κλειδιά να οργανώσει ο συγγραφέας το υλικό του.

Στο «λέγω» ο αφηγητής μιλά αυτός ο ίδιος και μας μεταφέρει τα γεγονότα της πλοκής, πληροφορίες για τους χαρακτήρες  αλλά και τα λόγια που λένε οι άλλοι χαρακτήρες του έργου.

Το γράψιμο ενός έργου δεν γίνεται με λέξεις και περιγραφές. Γίνεται με πράξεις – δράσεις, με τη γεύση, την ακοή, την όσφρηση, την αφή. Στο καλό γράψιμο, «δείχνουμε», δεν «λέμε».

Δεν απαριθμούμε τα χαρακτηριστικά του ήρωα. Τα δείχνουμε. Ο ήρωας ακόμη κι όταν κάνει μέσα του πόλεμο ανάμεσα σε ιδέες, καθήκοντα και υποχρεώσεις, είναι καλό να μη το λέμε έτσι απλά σαν σκέψη του ήρωα. Θα ήταν καλό να δείχναμε αυτόν τον πόλεμο, όταν αυτός συναναστρέφεται τους άλλους ανθρώπους που τον περιβάλλουν.

Για παράδειγμα: (ο συγγραφέας που κρυφακούει τις σκέψεις του ήρωα τις αφηγείται).

«Άρχισε να περνά από το μυαλό του ότι πρέπει να αποδράσει από το νοσηρό περιβάλλον της οικογένειας του. Ο μέθυσος πατέρας μια μέρα θα βρεθεί νεκρός από το συκώτι του, η μάνα θα καταντήσει στο τέλος πουτάνα με τους αλήτες που μπλέκει κάθε βράδυ και τα μικρά του αδέλφια να κλαίνε από την πείνα στη γωνιά τους. Φρικτές σκέψεις».

(ο συγγραφέας που κρυφακούει τις σκέψεις του ήρωα τον βάζει να αντιδράσει και αποφεύγει την αφήγηση)

«Σαν να τον κτύπησε κεραυνός με τις σκέψεις που πέρασαν από το μυαλό του. Πήγε κοντά στον πατέρα του, πήρε τη μπουκάλα με το κρασί και την πέταξε μακριά. Γύρισε προς τη μάνα του και της είπε: “Μάνα σταμάτα επιτέλους αυτή τη ζωή, θα σε καταστρέψει”. Αγκάλιασε τα δυο του αδέλφια και άρχισε να τα ταΐζει με ψωμί και τυρί που βρήκε στο ψυγείο».

Άλλο παράδειγμα:

«Ο Γιάννης είναι θυμωμένος».

Εντάξει, είναι μια βασική πληροφορία που θέλουμε να δώσουμε  στον αναγνώστη. Ακόμα και ο πιο χαζός αναγνώστης, μόλις διαβάσει αυτή τη φράση θα καταλάβει την κατάσταση του Γιάννη. Αλλά είναι πολύ απλό, και καθόλου ενδιαφέρον.

Στο «δείχνω» ο συγγραφέας θέλει να φτιάξει μια εικόνα, στην οποία θα φανεί μέσα από περιγραφή η κατάσταση του Γιάννη. Θα αφήσει τον αναγνώστη να καταλάβει μόνος του τι συμβαίνει με αυτόν τον ήρωα. Και όσο χαζός να είναι ο αναγνώστης θα το καταλάβει. Ο συγγραφέας αποσύρεται στα παρασκήνια και βάζει μπροστά μια «κάμερα» όπου καταγράφει τους ήρωες, τα λόγια τους, τις κινήσεις τους, τα συναισθήματά τους και τα παρουσιάζει μετά σαν εικόνα στον αναγνώστη.

Για παράδειγμα:

«Ο Γιάννης μπήκε κραυγάζοντας κάτι ακαταλαβίστικα λόγια. Οι φλέβες στον λαιμό του πεταγμένες έξω, έτοιμες να χυθούν. Τα μάτια του μέσα στις κόχες τους. Αναποδογύρισε όλα τα τραπέζια που ήταν μέσα στο μικρό καφενείο και στο τέλος βούτηξε τον Νίκο από τον λαιμό και τον σήκωσε ψηλά. Τι έκανες ρε άτιμε; θα σε σκοτώσω, ρε σκύλε».

Είναι δυνατόν μετά από αυτή την περιγραφή, ο αναγνώστης να μην καταλάβει ότι ο Γιάννης είναι θυμωμένος; Και εδώ που τα λέμε, ποια διήγηση είναι πιο δυνατή; Σε ποια από τις δύο διηγήσεις ο αναγνώστης μετέχει στα γεγονότα; Ο συγγραφέας θα επιλέξει και ο αναγνώστης θα ζήσει ή όχι την ατμόσφαιρα.

 

Αφήγηση και πρόσωπο που αφηγείται

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση είναι ιδανική όταν ο συγγραφέας είναι συγγραφέας-Θεός. Σαν Θεός ξέρει τα πάντα για όλους τους ήρωες. Ανιχνεύει και εκμαιεύει για χάρη των αναγνωστών ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις των ηρώων του.

Για παράδειγμα:

«Η Ελένη έχει πάρει στο πρόσωπό της μια αγριωπή όψη».

Εδώ ο συγγραφέας μιλάει σε γ’ πρόσωπο και ασφαλώς ξέρει τον λόγο που η Ελένη έχει αυτή την όψη, αλλά δεν το αποκαλύπτει σε κανέναν. Αν θέλει να το αποκαλύψει, θα συνεχίσει κάπως έτσι:

«Η Ελένη μόλις είχε σκοτώσει τον πατριό της».

Οι ήρωες είναι κοινοί άνθρωποι. Είναι τα φιλαράκια του συγγραφέα, οι κολλητοί με τους οποίους μεγάλωσε από μικρός και τους ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά. Ξέρει πότε και πού γεννήθηκαν, ποια είναι η οικογένειά τους, πώς μεγάλωσαν, ποια είναι τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, ποιοι είναι οι φόβοι τους και ποιες οι κρυφές τους επιθυμίες. Έτσι γνωρίζει και το ότι η Ελένη ήταν σεξουαλικό θύμα στα χέρια του πατριού της.

Αν χρησιμοποιήσουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση θα γράφαμε:

«Βλέπω την Ελένη να κοιτά άγρια. Δεν μπορώ να καταλάβω τι της συμβαίνει».

Είναι αφήγηση υποκειμενική, με την έννοια ότι ο αφηγητής περιορίζεται στα όρια της δικής του αντίληψης και εμπειρίας. Αγνοεί τον λόγο που το πρόσωπο της Ελένης έχει σκοτεινιάσει.

Εφόσον ο συγγραφέας κάνει πρωτοπρόσωπη αφήγηση δεν είναι παντογνώστης. Ο υποκειμενικός αυτός αφηγητής εμπλέκεται κατά κανόνα και ο ίδιος στην ιστορία που αφηγείται. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι αρκετά επικίνδυνη. Βασικά, με αυτήν θα μιλήσουμε για τον εαυτό μας. Κατά συνέπεια, πριν το επιχειρήσουμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτά που θα πούμε είναι όντως ενδιαφέροντα και θα ενδιαφέρουν και τους αναγνώστες.

Αν χρησιμοποιήσουμε β΄πρόσωπο Ενικού ή Πληθυντικού αριθμού το κάνουμε στους διαλόγους της ιστορίας και σπάνια σαν αφηγηματικό πρόσωπο. Όταν ένας συγγραφέας το χρησιμοποιήσει μέσα στην αφηγηματική ροή, απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη του, επιδιώκοντας να τον κάμει συνεργό στην αφήγηση και έτσι να τον προσεταιριστεί ακόμη περισσότερο.

Για παράδειγμα:

«Και τώρα σκέψου εσύ, αναγνώστη, αν θα μπορούσε ποτέ η Ελένη να έχει χαρούμενο πρόσωπο».

 

Αδυναμίες, εθισμοί και συνήθειες

Πολλές φορές στην πλοκή χρειάζεται να βάλουμε αδυναμίες, εθισμούς, συνήθειες που δείχνουν το αδύνατο του χαρακτήρα, ή τα εμπόδια που έχει να υπερπηδήσει. Τέτοια στοιχεία είναι:

  • Η καθημερινή του ρουτίνα αλλά και αυτά που του κάνουν κακό.
  • Ο στρουθοκαμηλισμός του όταν πέφτει στο αλκοόλ.
  • Η ελπίδα η πιασμένη από τα μαλλιά όταν πέφτει στον τζόγο.
  • Οι νευρικές του συνήθειες όπως είναι η ονυχοφαγία.
  • Ο πρωινός καφές που χωρίς εκείνον δεν μπορεί να λειτουργήσει.
  • Το τσιγάρο μετά το σεξ.

Όλα εκείνα, δηλαδή, που μας θυμίζουν ότι είμαστε θνητοί με αδυναμίες. Μετά από όλα αυτά τα κακά του χαρακτήρα που έχουμε παρουσιάσει στον αναγνώστη, ας δείξουμε τώρα τι συμβαίνει εκείνη την ημέρα που αποφασίζει να αλλάξει τα πάντα στη ζωή του. Αφού τα άλλαξε όλα, πώς του μοιάζει τώρα η ζωή; Η αλλαγή που έκανε τον δυσκολεύει και πόσο; Θα αντέξει τη νέα ζωή ή με την πρώτη ευκαιρία θα επιστρέψει στην ασφάλεια της συνήθειας; Από τη στιγμή που αφήνει πίσω του όλες τις κακές συνήθειες, θα είναι ίδια η ζωή του ή θα στριφογυρνά συνεχώς μέσα στο μυαλό του η σκέψη ότι τώρα που έκανε την αλλαγή δεν είναι πια ο ίδιος, αλλά κάποιος άλλος; Δείχνουμε αν μπορεί ο ήρωας να αλλάξει συνήθειες.

 

Κι αν γινόταν αλλιώς;

Αυτή η ερώτηση προς τον εαυτό μας είναι η πιο σημαντική. Βλέπουμε να μιλάει στο βήμα της Βουλής η τάδε βουλευτίνα του τάδε κόμματος. Όμορφη γυναίκα, γυναικάρα. Φοράει ένα φόρεμα που αποκαλύπτει λίγο τους ώμους της. Της πέφτει πολύ ωραία πάνω της. Μπορεί και να το έχει ακριβοπληρώσει σε κάποιον φιρμάτο μόδιστρο της Ερμού. Τη θαυμάζουμε και την τρώμε με τα μάτια μας. Εκεί που μιλάει, από τη μια μεριά το ύφασμα πέφτει λίγο πιο κάτω κάνοντας πιο αποκαλυπτικό τον ώμο. Αμέσως η κοπέλα το αντιλαμβάνεται και με γρήγορη κίνηση αποκαθιστά την ευπρέπεια του χώρου. Τίποτα ασυνήθιστο. Μπορεί να συμβεί σε οποιανδήποτε και οπουδήποτε. Μπορεί αυτό το γεγονός να γίνει ιστορία; ασφαλώς και όχι, αφού είναι τόσο συνηθισμένο.

Και τώρα μπαίνουμε εμείς στη σκηνή. Κι αν γινόταν αλλιώς; Αν το ύφασμα και από τις δυο μεριές του ώμου έπεφτε απότομα; Θα προλάβαινε να το πιάσει; Μάλλον όχι. Τι θα βλέπαμε; δυο στήθη σε Πανελλαδική τηλεοπτική μετάδοση. Και; Απλά αυτή η σκηνή θα μπορούσε να γίνει αφορμή για γράψιμο. Τα στήθη μιας όμορφης γυναίκας σε κοινή θέα.

Κι αν γινόταν αλλιώς αυτό το αλλιώς; Αν έπεφτε το ύφασμα αλλά η ομιλήτρια ήταν εξήντα χρονών και βάλε; Θέαμα απελπιστικό θα μου πείτε, αλλά πάλι δυνατό για μια ιστορία.

Και αν γινόταν και πάλι αλλιώς; Αν η κυρία –ασχέτως της ηλικίας της– δεν έπαιρνε είδηση ότι της έπεσε το ύφασμα; Κι αν το έκανε επίτηδες να πέσει για να δείξει σε όλους ότι στη σάρκα της είχε γράψει «freedom»; Απίθανο; Δεν είναι δυνατόν; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, παρά μόνο στην αρρωστημένη φαντασία του συγγραφέα; Καθόλου απίθανο, αν στις θέσεις των επισήμων καθόταν ο Πούτιν. Τι λέτε; Δεν αξίζει να κάνουμε πιο συχνά την ερώτηση: «κι αν γινόταν αλλιώς;»

Αν οι εικόνες που προσλαμβάνετε είναι συνηθισμένες, αρχίστε να ρωτάτε: «κι αν γινόταν αλλιώς;»

 

Το συναρπαστικό τέλος

«Το πιο δύσκολο κομμάτι στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι να το τελειώσεις».

Ernest Hemingway, 1899-1961, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1954

 

«Μετά το γράψιμο μιας ιστορίας ήμουν πάντα άδειος και ταυτόχρονα λυπημένος και χαρούμενος, σαν να είχα κάνει έρωτα».

Ernest Hemingway, 1899-1961, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1954

 

«Η πρώτη σελίδα πουλάει το βιβλίο. Η τελευταία σελίδα πουλάει το επόμενό σου βιβλίο».

Mickey Spillane, 1918-2006, Αμερικανός συγγραφέας αστυνομικών

 

Το τέλος του γραπτού, το τέλος της περιπέτειας, η αρχή της ελευθερίας, το αναστέναγμα, η χαρά όλη ξανά πίσω σε μας, τελειώσαμε με τον δυνάστη μας. Αυτά είναι τα συναισθήματα που έχουμε μόλις μπει το «τέλος».

Ένα είναι σίγουρο. Ό,τι αίσθηση κι αν έχουμε δώσει στον αναγνώστη μέσα στο γραπτό μας, πρέπει το τέλος να τον αφήσει με το στόμα ανοικτό. Ενώ βλέπει ότι σε δέκα γραμμές το έργο τελειώνει και δεν προλαβαίνει να συμβεί πια καμία άλλη τρομερή ανατροπή, τότε του τινάζουμε τα μυαλά στον αέρα. Του δίνουμε τη χαριστική βολή. Τον κάνουμε να αναφωνήσει: «όχι ρε πούστη». Τον κάνουμε να κλείσει το βιβλίο και να κάτσει τουλάχιστον πέντε λεπτά σαν χαζός να σκέφτεται χαμένος με μια υποψία χαμόγελου στα χείλη. Τον κόβουμε εν ψυχρώ. Θέλουμε δηλαδή ένα εντυπωσιακό τέλος.

 

 

συνεχίζει…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *