Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 1ο

Η σελίδα προβλήθηκε: 38 φορές

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Πρόλογος

Κάποια γνωμικά που έχουν διατυπώσει καταξιωμένοι λογοτέχνες είναι η αφορμή να αναπτυχθούν κάποιες σκέψεις γύρω από το «γράψιμο». Αν ψάξουμε στο διαδίκτυο θα τα βρούμε εύκολα. Τα γνωμικά αυτά τα δανείζομαι από την ιστοσελίδα: https://www.gnomikologikon.gr/

Και φυσικά, όσα αναφέρονται εδώ δεν είναι παρά δικές μου ιδέες· μη φανταστείτε καν ότι είναι κανόνες. Πολλές φορές, μάλιστα, το γράψιμο με παρασύρει μακριά και δεν ακολουθώ ούτε εγώ τις ιδέες που θα ήθελα να με οδηγούν. Αν όμως το έργο τελικά βγει καλό, τότε καλώς έκανα και παρέκαμψα ακόμα και τις δικές μου απόψεις. Δηλαδή, όλα εξαρτώνται από το αποτέλεσμα.   Είναι, απλά, μια προσωπική άποψη και σαν τέτοια μόνο μπορεί να θεωρηθεί. Τίποτα από όσα ακολουθούν δεν είναι θέσφατο. Όλα ανατρέπονται και αναθεωρούνται. Δεν είναι κανόνες, δεν είναι προτροπές, δεν είναι μαθήματα, δεν είναι επιστήμη, δεν είναι τίποτα· οι δικές μου εμπειρίες είναι.

Και φυσικά δεν τα γράφω για σας, για μένα τα γράφω. Έτσι, γιατί μια μέρα σηκώθηκα και είπα: δεν σκαλίζω σε ένα χαρτί όλα όσα έχω μάθει γύρω από το γράψιμο; Τα παραθέτω για να γίνουν η αφορμή να συζητηθούν περαιτέρω στο κάθε μυαλό που θα τα διαβάσει.

Ούτε ευελπιστώ να κάνω μάθημα σε κανέναν από εσάς. Απλές σκέψεις και έτσι να τις πάρετε. Όσοι θέλετε να ανταλλάξουμε τις ιδέες αυτές θα με υποχρεώνατε αν το κάνατε στο mail που παραθέτω στις πρώτες σελίδες αυτού το δοκίμιου.

Γιατί γράφουμε;

Μια κλασική ερώτηση που έχει γίνει σε όποιον «γράφει». Δεν λέω σε όποιον είναι «συγγραφέας». Η απόσταση που χωρίζει τη λέξη «συγγραφέας» από τη λέξη «γράφω» είναι χαώδης. «Γράφουμε» λοιπόν, δεν «συγγράφουμε». Αν δεν ξέρουμε την απάντηση, τότε μας καλύπτει απόλυτα ο πιο κάτω Χιλιανός λογοτέχνης με το χαώδες απόφθεγμά του.

«Γράφω επειδή το φάντασμα, επειδή χτες, επειδή σήμερα, επειδή δεν ξέρω, επειδή ο έρωτας, επειδή η νύχτα».

Oscar Hahn, 1938-, Χιλιανός ποιητής

Πράγματι, είναι δύσκολη η απάντηση. Δεν ξέρουμε σχεδόν ποτέ, γιατί επιλέξαμε να γράψουμε αυτό και όχι το άλλο θέμα και δεν είναι κακό αυτό· μάλλον καλό μου φαίνεται. Αλλά, βασικά, γράφουμε για το «ωραίο» και για το «υψηλό» κι ας μη το καταλαβαίνουμε μερικές φορές.

Τι είναι το ένα και τι το άλλο; Έχουν διαφορά; Έχουν. Το «ωραίο» είναι η έκφραση της τελειότητας της ψυχής. Είναι η μορφή και το σχήμα των λέξεών μας. Είναι όλη αυτή η ομορφιά που κάθεται στην καρδιά του αναγνώστη, μόλις διαβάσει αυτά που έχουμε να του πούμε. Είναι μια ηρεμία, είναι το κλείσιμο του βιβλίου μετά την τελευταία σελίδα και οι σκέψεις που μπαίνουν στο μυαλό του αναγνώστη. Είναι η αίσθηση ότι μόλις τώρα τελείωσε ένα καλό βιβλίο, είναι η διαπίστωση ότι ακόμα υπάρχουν λογοτεχνήματα. Είναι αυτό που θα πει ο αναγνώστης· «άξιζε που το αγόρασα, άξιζε που επένδυσα στην μυσταγωγία». Όλα αυτά, και πολλά άλλα, που είναι τόσο ωραία, που δεν έχουν λέξεις να περιγραφούν. Μπορεί όμως –αν και δεν περιγράφονται– να κατανοηθούν από τους αναγνώστες. Οι μυστικοί κώδικες που δεν ξέρουμε από τι είναι φτιαγμένοι κατάφεραν να πηδήσουν από το μυαλό του συγγραφέα στην καρδιά του αναγνώστη. Το ωραίο ελέγχεται πλήρως από τον συγγραφέα. Το ωραίο έχει πολλές διαβαθμίσεις· είναι μια αναλογική ποσότητα και όχι δυαδική· δεν είναι άσπρο–μαύρο· περιέχει τα πάντα σε όλες τις δυνατές μορφές, γραμμές και σχήματα.

Το «υψηλό» είναι κάτι που θα εμφανιστεί σε δύο μορφές. Δεν έχει ενδιάμεσα στάδια, έχει μόνο άσπρο και μαύρο, δεν υπάρχει χώρος για ενδιάμεσους τόνους. Είναι απόλυτα δυαδική η μορφή του. Μπορεί να είναι η ευχάριστη όψη ενός ουράνιου τόξου που καρφώνεται εκεί στον ουρανό, αλλά και μιας καταστροφικής καταιγίδας που χτυπάει αλύπητα το εσωτερικό μας. Είναι ο θυμός του συγγραφέα για την κατάντια, αλλά και η τέρψη του από το ευχάριστο. Άρα έχουμε εξύψωση ή και δέος. Το «υψηλό» θα σκάσει σαν μπόρα, δεν ελέγχεται. Ή θα σε σώσει ή θα σε καταστρέψει. Το υψηλό προκαλεί δέος σαν να βλέπουμε να ανοίγουν οι ουρανοί ή οι πύλες της κολάσεως. Δεν περιορίζεται σε σχήμα και χρόνο, δεν έχει κανόνες.

Εσωτερική ανάγκη σίγουρα· βασικά γράφουμε για τον εαυτό μας. Δεν προσπαθούμε να φανεί το γραπτό μας αρεστό σε όλους. Δεν γίνεται αυτό. Άδικα θα προσπαθήσουμε να ικανοποιήσουμε τους πάντες. Κάποιοι θα ταυτιστούν με τις λέξεις μας και κάποιοι όχι. Άρα, ας μη παιδευόμαστε, ας αφήσουμε το χέρι μας να ζωγραφίσει με τις λέξεις. Προσοχή όμως στην παγίδα. Αν το γραπτό μας δεν λέει κάτι ουσιαστικό, αν δεν προχωράει την υπόθεση πιο κάτω, αν ο χαρακτήρας του έργου δεν εξελίσσεται προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, τότε πρόκειται για ημερολόγιο όπου γράφουμε το τι συνέβη μέσα στη μέρα.

«Εννοείται ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους. Αν μια ιστορία δεν αφορά τον ακροατή, δεν θα την ακούσει».

Τζων Στάινμπεκ, 1902-1968, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1962

Εδώ το γνωμικό μας αναφέρει τη λέξη «άνθρωποι» και εννοεί τη λέξη «αναγνώστες». Κατά συνέπεια, το έργο μας θα πρέπει να κάνει τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην πλοκή, να ταυτιστεί με κάποιον ήρωα, να αγωνιά για την έκβαση και την τύχη των ηρώων. Αυτό είναι το κύριο μέλημά μας. Τι να την κάνουμε την άριστη παρουσίαση των χαρακτηριστικών των ηρώων, αν κανείς αναγνώστης δεν θέλει να ταυτιστεί με κανέναν από αυτούς. Τι να την κάνουμε την τέλεια έκφραση του συγγραφέα, το τέλειο συντακτικό, την τέλεια επιμέλεια, αν η πλοκή δεν ενδιαφέρει κανέναν. Άρα, ρωτάμε πρώτα τον εαυτό μας αν η ιστορία που γράφουμε, εν δυνάμει, μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον. Αν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία στην πιο πάνω ερώτηση, τότε καλό θα είναι να αρχίσουμε τις διαγραφές. Δεν γράφουμε απλά για να γράψουμε. Γράφουμε μόνο όταν κάτι μέσα μας ζητάει να βγει.

«Η γάτα που κάθισε στο χαλάκι δεν είναι ιστορία. Η γάτα που κάθισε στο χαλάκι μιας άλλης γάτας είναι ιστορία».

Τζων Λε Καρρέ, 1931-, Βρετανός συγγραφέας

Απλοϊκό το γνωμικό και μοιάζει με ένα άλλο που διδάσκουν στους δημοσιογράφους. «Είδηση δεν είναι αν κάποιος σκύλος δάγκωσε άνθρωπο. Είδηση είναι, αν ο άνθρωπος δάγκωσε τον σκύλο». Η γάτα από τότε που γεννήθηκε στο χαλάκι ξαπλώνει. Άρα, τι θέλουμε και ασχολούμαστε με αυτό; Τι περισσότερο θα δώσει στην πλοκή μας; Τίποτα, απολύτως τίποτα, οπότε θα πρέπει να το αφαιρέσουμε από την ιστορία. Δεν προσπαθούμε να γεμίσουμε σελίδες με άχρηστες πληροφορίες. Δεν κυνηγάμε τον αριθμό των σελίδων, την πλοκή κυνηγάμε μαζί και με άλλα βεβαίως πράγματα. Δεν μας νοιάζει σε πόσες σελίδες θα έχουμε εκφράσει αυτό που θέλουμε. Αν τελικά βγουν πολλές -κι αυτό τυγχάνει να μην είναι επιθυμητό- τότε στο τελευταίο στάδιο της επιμέλειας αρχίζουμε να κόβουμε άχρηστο κείμενο.

«Το γράψιμο είναι μαγεία, όπως το νερό της ζωής και όπως κάθε άλλη δημιουργική τέχνη. Το νερό είναι τζάμπα. Γι’ αυτό πιες. Πιες γεμίζοντας μέχρι επάνω».

Στήβεν Κινγκ, 1947- Αμερικανός συγγραφέας μυστηρίου & τρόμου

Γράφουμε για να δώσουμε τέλος σε μια αγωνία μας. Μόνο όταν νιώσουμε ότι θέλουμε να απελευθερωθούμε από κάτι, ξεκινάμε να γράφουμε. Και φυσικά είναι τσάμπα, όπως λέει και το γνωμικό, άρα ας δοκιμάσουμε να γράψουμε. Γράφοντας θα δούμε ότι, τελικά, έχουμε πολλά να εξιστορήσουμε. Αν δεν αρχίσουμε να γράφουμε, δεν πρόκειται να γράψουμε ποτέ. Και το πιθανότερο είναι ότι θα αρχίσουμε να γράφουμε για κάτι που μας ήρθε σαν ιδέα, αλλά στον δρόμο θα αρχίσουν να πετάγονται καινούργιες ιδέες σαν ακρίδες.

«Το να γράψεις ένα βιβλίο είναι μια ολόκληρη περιπέτεια. Στην αρχή το παίρνεις σαν παιχνίδι. Ύστερα όμως το βιβλίο γίνεται μια ερωμένη, μετά ένα αφεντικό και στο τέλος ένας τύραννος».

Ουίνστον Τσώρτσιλ, 1874-1965, Βρετανός πρωθυπουργός, Νόμπελ Λογοτεχνίας για τα απομνημονεύματά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, 1953

Ναι, έτσι ακριβώς. Όταν ξαπλώνουμε στις τέσσερις το πρωί, -αφού γράφαμε από το απόγευμα- και δεν μας παίρνει ο ύπνος επειδή σκεφτόμαστε το έργο μας, όταν ξυπνάμε το πρωί και προτού πιούμε καφέ το ξανασκεφτόμαστε, όταν πάμε με το μετρό στη δουλειά μας και μας έρχεται μια ιδέα· τότε ναι, έχουμε γίνει τα τέλεια δουλικά. Δουλικά κάποιου κειμένου, που για μας δεν είναι απλά ένα κείμενο, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, έχει μέσα του ανθρώπους που τσακώνονται που αγαπιούνται και στο τέλος σκοτώνονται. Έχουμε αποκτήσει ένα ακόμη αφεντικό. Και μέχρι να το ξεπετάξουμε από πάνω μας δεν θα ησυχάσουμε· θα σκάσουμε. Τότε ναι, γράφουμε διήγημα, μυθιστόρημα, χρονογράφημα και δεν κρατάμε ημερολόγιο της ζωής μας. Προχωράμε, είμαστε σε καλό δρόμο.

Άρα, για να γυρίσουμε στην ερώτηση που τέθηκε, «γιατί γράφεις;», η απάντηση οφείλει να είναι: «για το ωραίο και το υψηλό». Αν δεν είναι αυτή η απάντηση, τότε πρέπει να ψαχτούμε λίγο. Κάτι συμβαίνει, κάπου χάσαμε τον δρόμο.

«Η τέχνη είναι το αντίθετο της ζωής. Ένας νορμάλ άνθρωπος δεν γράφει βιβλία».

1935-1989 Ο Ντανίλο Κις, Σέρβος συγγραφέας

Άρα μήπως να κοιταχτούμε σε γιατρό;

«Για να γράψεις πρέπει πρώτα να φτάσεις στο αμήν».

Έζρα Ουέστον Λούμις Πάουντ, 30 Οκτωβρίου 1885 – 1 Νοεμβρίου 1972, Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος.

Πράγματι, έτσι μάλλον συμβαίνει σε όλους. Όταν κάποια στιγμή νοιώσουμε ότι δεν πάει πιο κει, αρχίζουμε να γράφουμε. Το πιο κει μπορεί να είναι απέραντη ευτυχία ή απογοήτευση.

 

συνεχίζεται…

1 σκέψη στο “Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 1ο

  1. Υπάρχει ή δεν υπάρχει. Αν κάποιος Θεωρήσει πως υπάρχει (αυτό που εκείνη τη στιγμή τον ενδιαφέρει) , τότε απλά το απολαμβάνει. Καμιά ανάγκη να το φανταστεί,να το περιγράψει,να το ζωγραφίζει, να το κάνει γλυπτό ή θεατρικό έργο. Όσοι νιώθουν πως με κάποιον τρόπο πρέπει να εκφραστούν, έχουν μια ιδιοτροπία ή από κάπου πρέπει να ξεφύγουν. Η δική μου ιδιοτροπία συνίσταται στο ότι μαθαίνω – γίνεται κτήμα μου – κάτι μόνο όταν καταφερώ να το πω (γραπτώς) σε καποιον άλλο. Φυσικά ο ” άλλος ” ειναι ο εαυτός μου. Σπάνια υπάρχει και κάποιος ακόμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *