Επιμέλεια κειμένου – Συγγραφικά – άρθρο 6ο

Η σελίδα προβλήθηκε: 70 φορές

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Έχεις μάθει να σβήνεις τα περιττά;

«Ένας μεγάλος συγγραφέας φαίνεται από τον αριθμό των σελίδων που δεν έχει δημοσιεύσει».

Στεφάν Μαλαρμέ, 1842-1898, Γάλλος ποιητής

Μεγαλύτερη τέχνη απαιτεί το σβήσιμο από το γράψιμο. Δεν το φοβόμαστε. Με το σβήσιμο το έργο μας γίνεται στιβαρό. Πετάμε τη σκαρταδούρα.

Διαβάζουμε την ιστορία από την αρχή σαν «αναγνώστες». Αν σαν αναγνώστες δεν έχουμε την περιέργεια να μάθουμε τι έγινε πιο κάτω, τότε το διήγημα δεν έχει ενδιαφέρον. Αν οι διάλογοι δεν έχουν ουσία και δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη, διαγράφονται.

Στη διάρκεια που γράφουμε ένα έργο, απλά γράφουμε. Συγγραφείς θα γίνουμε όταν θα μάθουμε την τέχνη του σβησίματος των ίδιων μας των γραπτών. Θέλει πολύ θάρρος να σβήσουμε ολόκληρες σελίδες που δεν στέκονται με τίποτα, που δεν προσφέρουν τίποτα, που δεν λένε τίποτα σε κανέναν.

Η ώρα της διόρθωσης του έργου

«Σήμερα έκανα εξαντλητική δουλειά. Το πρωί έβγαλα ένα κόμμα από το κείμενό μου και το βράδυ το ξανάβαλα».

Τζωρτζ Όργουελ, 1903-1950, Βρετανός συγγραφέας

Μα τω Θεώ, έτσι ακριβώς είναι. Το διαβάζουμε φωναχτά, το διαβάζουμε από μέσα μας, πολλές φορές και τελικά παλεύουμε για το κόμμα, τα εισαγωγικά και την παύλα.

Αποφεύγουμε τα επίθετα και χρησιμοποιούμε περισσότερο ρήματα και ουσιαστικά. Αποφεύγουμε όσο μπορούμε τους συνδέσμους (και, ενώ, γι’ αυτό, γιατί κλπ).

Ψάχνουμε για τυχόν φλυαρίες που εισχώρησαν στο έργο μας. Ψάχνουμε για χαρακτήρες που σε όλο το έργο είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Οι χαρακτήρες μας είναι άνθρωποι και αυτοί. Δεν είναι οι άνθρωποι μόνο κακοί ή καλοί. Έχουν και τις δυο πλευρές της ζωής στα χαρακτηριστικά τους.

Τελικά, γιατί γράψαμε αυτή την ιστορία που μόλις τώρα τελειώσαμε; Η ιστορία έκανε τον ήρωα να αλλάξει; Αν δεν τον άλλαξε, δεν χρειαζόταν καν η ιστορία. Οι άνθρωποι αλλάζουμε, μεταμορφωνόμαστε. Αυτό είναι αναπόφευκτο· άρα, ο ήρωας πρέπει να αλλάξει σε κάτι, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Η Ιστορία θα αξίζει αν κάποιο γεγονός είναι εκείνο που αλλάζει ριζικά κάποιον χαρακτήρα., τον μεταμορφώνει, τον αναγεννά. Η πλοκή και οι σκηνές που δεν επιδρούν σε τίποτα πάνω στους χαρακτήρες είναι άχρηστες και αφαιρούνται. Δεν τραβάμε την υπόθεση με γεγονότα που δεν φέρνουν καμία αλλαγή σε κανέναν και σε τίποτα.

Όταν διαβάζουμε θέλουμε να μάθουμε το γιατί και το πώς. Αυτό μας γοητεύει στο καλό γράψιμο, αυτό είναι που δεν μας επιτρέπει να αφήσουμε κάτω το μυθιστόρημα και να συνεχίσουμε το διάβασμα όλο το βράδυ.

 

«Το πρώτο γραπτό έχει μόνο μία “δουλειά”. Να ολοκληρωθεί».

Χέμινγγουεη

Δεν υπάρχει χειρότερο σενάριο για έναν συγγραφέα από το να αναζητά το τέλειο ενώ βρίσκεται στο λάθος στάδιο της συγγραφής. Γράφουμε ασταμάτητα μέχρι να αποτυπώσουμε την ιδέα μας στο χαρτί. Όταν ξεκινάμε την ιστορία μας, απλά, πρέπει να φτάσουμε στο τέλος, να πούμε αυτό που επιθυμούμε να πει αυτή

Αφού –νομίσαμε– ότι το τελειώσαμε, το αφήνουμε να «κρυώσει», να «δέσει» και στο τέλος του κάνουμε ανελέητο και αυστηρό editing. Πόσος καιρός χρειάζεται να κρυώσει ένα κείμενο; Μπορεί βδομάδες μπορεί και μήνες· από μας εξαρτάται. Πάντως, έχει παρατηρηθεί ότι αν διαβάσουμε το έργο μας μετά από καιρό, βρίσκουμε πολλά ανούσια πράγματα μέσα του. Πράγματα που δεν χρειάζεται να αναφερθούν..

Όταν νομίσουμε ότι έχει τελειώσει η επιμέλεια του έργου μας, κάνουμε και την –ας την πούμε– τελευταία εργασία. Ψάχνουμε για προτάσεις που είναι τεράστιες. Προτάσεις που περιέχουν μεγάλες παρενθετικές προτάσεις. Ωραίες είναι οι παρενθετικές προτάσεις, μας δημιουργούν μια υπερηφάνεια ότι μπορούμε να πλέκουμε τον λόγο περίτεχνα, αλλά ας προσέξουμε. Υπάρχουν μεγάλες προτάσεις που ο αναγνώστης θα τις διαβάσει δυο-τρεις φορές μέχρι να καταλάβει τι θέλουμε να πούμε. Δηλαδή, η πλήρης καταστροφή του έργου μας. Η λύση; κομματιάστε τες, βάλτε κάποιες τελείες και δημιουργείστε μικρότερες προτάσεις που να έχουν όμως μεστό νόημα. Που θα τις διαβάσουμε μια φορά και θα καταλάβουμε τι θέλουμε να πούμε.

Και κλείνουμε με μια παραίνεση. Αν το έργο που γράψαμε μοιάζει με γραπτό κείμενο, τότε καλό είναι να το ξαναγράψουμε. Πρέπει ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση ότι μπροστά του περνάνε εικόνες, ότι έρχεται μέχρι τη μύτη του η χαρακτηριστική μυρωδιά της κανέλλας την ώρα ακριβώς που ανοίγει το κουτί της και ο ήρωας, ν’ ακούει το κλάμα του ήρωα όταν πέφτει στα χειρότερά του, να νοιώθει τη ντροπή του ήρωα που δεν μπορεί να ικανοποιήσει σεξουαλικά τη γυναίκα του μετά το ατύχημα που είχε.

Οι βρώμικες λέξεις του έργου

Υπάρχουν βρώμικες λέξεις; Μεγάλο ερώτημα. Αν γράφουμε ιατρική εγκυκλοπαίδεια σίγουρα θα μιλήσουμε για «πέος» και «αιδοίον». Αν μιλάμε για λεξικό της Ελληνικής γλώσσας θα βρούμε τις λέξεις «πέος» και «αιδοίον», αλλά θα βρούμε και τις λέξεις «πούτσος» και «μουνί». Τι θα πούμε για τον συγγραφέα του λεξικού; ότι είναι αισχρός; Σίγουρα όχι. Και όταν πρόκειται για λογοτεχνία, τι ισχύει; Ας δούμε μια σκηνή σεξ ανάμεσα σε ζευγάρι άντρα και γυναίκα. Για να κάνουν πιο ερωτική τη φάση αρχίζουν να παίζουν το παιχνίδι με τις δέκα ερωτήσεις.

«Δε νομίζεις γλυκιά μου ότι ήρθε η ώρα να σου κάνω διείσδυση;».

«Πού θες να κάνεις διείσδυση γλυκέ μου;»

«Στο αιδοίον σου γλυκιά μου».

Ας δούμε και την άλλη όψη της λογοτεχνίας: (υπάρχει κανείς/καμία που δεν μιλάει έτσι;)

«Δε νομίζεις, καύλα μου, ότι ήρθε η ώρα να σε γαμήσω;».

«Τι θες να γαμήσεις αγόρι μου;»

«Το καυτερό μουνάκι σου».

 Υπάρχει πιθανότητα ένα ζευγάρι της σημερινής εποχής να μιλάει στο κρεβάτι του σύμφωνα με τον α’ διάλογο; Αν πούμε «ναι» και εντάξουμε αυτόν τον διάλογο στο κείμενο, θα φαίνεται εξωπραγματικό, μη αληθές. Αλλά έχουμε πει ότι το έργο πρέπει να δείχνει αληθοφάνεια. Οπότε ο αναγνώστης θα καταλάβει άλλα πράγματα από αυτά που πρέπει.

Υπάρχει πιθανότητα το ίδιο ζευγάρι να μιλάει σύμφωνα με τον β’ διάλογο; Σίγουρα, ναι. Άρα εμείς ποιον διάλογο θα εντάξουμε στο έργο; Τι θέλουμε να πετύχουμε; Την προστασία του αναγνώστη από «αισχρές» λέξεις ή να του δώσουμε να ακούσει τις λέξεις όπως ακριβώς ακούγονται τη στιγμή του σεξ; Διαλέγουμε και παίρνουμε. Και από πότε εμείς θα κρίνουμε ποιες λέξεις είναι αισχρές ή όχι από τη στιγμή που όλοι τις λένε τη στιγμή που αρμόζουν;

Οι κανόνες του γραψίματος

«Στυλ είναι να ξεχνάς όλα τα στυλ».

Jules Renard, 1864-1910, Γάλλος συγγραφέας

 

«Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν έγιναν μεγάλοι ακολουθώντας τους κανόνες της γραμματικής, αλλά επιβάλλοντας τους δικούς τους κανόνες».

Πωλ Κλωντέλ, 1868-1955, Γάλλος ποιητής

 

«Υπάρχουν τρεις κανόνες για να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Δυστυχώς κανένας δεν ξέρει ποιοι είναι».

Σόμερσετ Μωμ, 1874-1965, Βρετανός συγγραφέας

Μαθαίνουμε τους κανόνες και μετά μπορούμε άνετα να τους παραβιάζουμε. Αλλά να ξέρουμε ότι υπάρχουν. Απλά να ξέρουμε γιατί τους αγνοούμε. Στην λογοτεχνία δεν υπάρχουν «πρέπει». Σε σημεία που θα αρχίσουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας «τι είναι το πρέπον», ακολουθούμε ήσυχα το ένστικτό μας, αυτό θα μας οδηγήσει εκεί που πρέπει. Ο Ελύτης συνήθιζε να λέει: «πιάσε το πρέπει από το ι και γδάρε το ίσαμε το π».

Φροντίζουνε ώστε τα ονόματα των ηρώων να μην συγχέονται μεταξύ τους; Μήπως ο ένας ήρωας λέγεται Νίκος και ο άλλος Νίνος; Αν ναι, τότε θα πρέπει να τα αλλάξουμε σε άλλα ονόματα με σαφώς άλλη φωνητική διαφορά. Ας είναι ο ένας Νίκος και ο άλλος Παύλος· προτιμότερο έτσι.

Λέμε ότι ο αναγνώστης δικαιούται και οφείλει να παίρνει κάποια δικαιώματα από τον συγγραφέα. Ο συγγραφέας επιλέγει κάποια πράγματα που θα φανερωθούν και κάποια άλλα που θα κρυφτούν από τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας πολλές φορές υπαινίσσεται, γίνεται ασαφής, κρύβει, γοητεύει τον αναγνώστη, μειώνει αλλά και μεγεθύνει γεγονότα. Στο τέλος, όμως, αφήνει στον αναγνώστη το «δικαίωμα» να συμπληρώσει και αυτός κάποια κενά που αφήνονται επίτηδες έτσι. Ο συγγραφέας, δηλαδή, δίνει δικαιώματα στον αναγνώστη.

Υπενθυμίζουμε ότι στο γράψιμο υπάρχουν κανόνες. Αλλά ο τελευταίος κανόνας λέει: «δεν υπάρχουν κανόνες». Με αυτό στο μυαλό, δεν υπάρχουν «κακές» λέξεις ή σχήματα λόγου ή περιγραφές. Υπάρχουν πράγματα που εξυπηρετούν την ιστορία, που λένε αυτό που θέλουμε να πούμε ακριβώς. Κάθε τι είναι καλό ή κακό με βάση ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Δηλαδή, τι θέλει να πει ο συγγραφέας, τι ιστορία διηγείται και σε ποιους.

Το λεξιλόγιο του συγγραφέα δεν πρέπει να ταυτίζεται με αυτό των ηρώων του. Δηλαδή, αν ο συγγραφέας θέλει –σε κάποιον πιθανό διάλογο– να κάνει τον ήρωα του να μιλά στην αργκό, ο συγγραφέας –σε κάποια πιθανή αφήγησή του– δεν επιτρέπεται και αυτός να μιλά σε αργκό, ακόμα κι αν αυτό είναι το γλωσσικό ιδίωμα του συγγραφέα. Δεν πρέπει ο αναγνώστης να συμπεράνει ότι ο ήρωας και ο συγγραφέας είναι το ίδιο πρόσωπο.

Για παράδειγμα:

Ένας τυπικός διάλογος δύο μαστόρων:

Ρε Ζήση, πέτα μου αυτό το ματζαφλάρι.

Πιάσε αφεντικό.

Λίγο παρά κάτω ο συγγραφέας αφηγείται:

«Ο Ζήσης που λέτε φίλοι αναγνώστες, είναι πολύ φίνο παιδί και καλό μαστοράκι».

Και ο ήρωας (ο Ζήσης) στον διάλογό του και ο συγγραφέας στην αφήγησή του χρησιμοποιούν την αργκό. Δεν απαγορεύεται ο ήρωας να μιλάει έτσι (αφού τέτοιον χαρακτήρα θέλει να στήσει ο συγγραφέας). Ο συγγραφέας απαγορεύεται να μιλάει έτσι. Ο συγγραφέας υποτίθεται ότι μιλάει εξευγενισμένα. Άρα η αφήγηση θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι:

«Ο Ζήσης αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ένα πολύ καλό παιδί και πολύ καλός μάστορας».

 

Ήρωας, αυτός ο δυνατός χαρακτήρας

Ας φανταστούμε τον ήρωα του έργου. Ένας πολύ δυνατός και αποφασιστικός τύπος. Το πρότυπο όλων, ακόμα και των αναγνωστών. Σκεφτείτε τώρα τι μεγάλη ανατροπή γίνεται όταν σε κάποια στιγμή ο συγγραφέας αποφασίζει να γυρίσει τη ζωή του πίσω. Ναι, είναι ένας φαινομενικά δυνατός άνθρωπος που κρύβει όμως τη χαμηλή του αυτοεκτίμηση και δείχνει την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Ένας άνθρωπος, που όταν μένει μόνος, καταρρέει υπό το βάρος των απαιτήσεων της καθημερινότητας.

Δείχνουμε πόσο αδύναμος είναι ο ήρωάς μας και ποιο γεγονός ή άνθρωπος θα τον αναγκάσει να το αλλάξει αυτό; Προσέξτε τη λέξη-κλειδί· θα τον αναγκάσει.

Ο ήρωας ήθελε να πιστεύει στον εαυτό του, αλλά πίσω από τη θεαματική εξωτερική του εμφάνιση θα ήταν πάντα εκείνο το αδύναμο παιδί που το κορόιδευαν όλοι στο σχολείο. Και όχι μόνο· το πλάκωναν στο ξύλο σε κάθε ευκαιρία.

 

Οι μικρές λεπτομέρειες του χαρακτήρα και της ζωής

«Η ζωή είναι ένα φαγητό που μας αρέσει μόνο χάρη στα καρυκεύματα του».

Βίκτωρ Ουγκώ

Από την κουζίνα του σπιτιού ή του εστιατορίου έρχονται διάφορες μυρωδιές στα ρουθούνια του ήρωα. Καιρός, λοιπόν, ν’ αρπάξουμε την ευκαιρία και να γράψουμε τι συναισθήματα του δημιουργεί η όσφρησή του. Οι μυρωδιές και τα αρώματα μας φέρνουν στον νου καλές ή και άσχημες αναμνήσεις. Αυτό γίνεται και στο μυαλό του ήρωα. Μπορεί να του θυμίζουν και παιδικά τραύματα· τότε που η μάνα του τού έκρυβε τα γλυκά σε ντουλάπι με δύο λουκέτα. Μπορεί να του έρχεται και η μορφή εκείνη της καλής γιαγιάς του, που τον φρόντιζε ολημερίς.

Ας γράψουμε λοιπόν για όλες αυτές τις μυρωδιές που φτάνουν από την κουζίνα μέχρι τα ρουθούνια του. Οι αισθήσεις του ήρωα να διεγείρουν και τις αντίστοιχες αισθήσεις του αναγνώστη· τότε έχουμε πετύχει τον απόλυτο στόχο.

 

Ο χαρακτήρας του ήρωα κοινωνικοποιείται

Κάνουμε τον ήρωα να μονολογήσει κάποιες σκέψεις του και σταδιακά τον οδηγούμε από τον εσωτερικό μονόλογο στην κοινωνικοποίησή του. Τον τοποθετούμε δίπλα σε άλλους να συνομιλεί, να αλληλεπιδρά και τα πάντα να έρχονται σε αντίθεση με ό,τι σκεφτόταν.

Ο ήρωας –όπως και ο άνθρωπος γενικά– ισχυροποιείται μέσα στα πλαίσια μιας ομάδας. Προσπαθούμε να εντάξουμε τον ήρωά μας σε μια ομάδα. Δείξε το πώς θα νιώθει μέσα σε αυτήν· αυτό εξαρτάται από το ποιο μήνυμα θέλουμε να στείλουμε στους αναγνώστες; Κάνε τον να δοκιμαστούν τα όρια του όταν θα ενταχθεί σε αυτήν την ομάδα. Θα τον καλοδεχτούν οι υπόλοιποι ή θα πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει να είναι μέλος της;

 

Περιγραφή χαρακτήρα

Ο χαρακτήρας του ήρωά μας διαγράφεται από αυτά που έκανε, που λέει ή από αυτά που λένε γι’ αυτόν οι άλλοι.

Για παράδειγμα:

«Ο Τάκης είναι καλό παιδί, παίζει καλό φλάουτο και αγαπά το μπάσκετ».

Η αφήγηση αυτή καλύπτει τις βασικές πλευρές του ήρωα, αλλά είναι βαρετή.

Θα μπορούσαμε να την αντικαταστήσουμε με την:

«Τον Τάκη τον λατρεύει όλη η γειτονιά για τις τσαχπινιές του με το φλάουτο, άσε που έχει γίνει θρύλος στο γήπεδο με τα τρίποντα που καρφώνει σε κάθε σήκωμά του».

Εδώ σκιαγραφούμε τον ήρωα μέσα από τη γνώμη των γειτόνων του και όχι από την ξερή αφήγηση του συγγραφέα.

 

Μεστός λόγος

Αφηγούμαστε έναν τύπο που αμπελοφιλοσοφεί:

«Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος, γενικά, θέλει να ζει για ένα φιλότιμο», είπε.

Μετά σκαλίζει το μουστάκι του και ρίχνει το βλέμμα του προς τον Βορά. Και γυρνώντας σε αυτούς που τον άκουγαν τους λέει: «Δεν έχω δίκιο;».

Είναι μια άχρωμη αφήγηση, δεν συγκινεί κανέναν. Έρχεται όμως ο Τσιφόρος και μας λέει ακριβώς τα ίδια πράγματα με άλλον τρόπο, πιο μεστό. Τους δίνει σάρκα και οστά.

«Ο άνθρωπος ζει περί ένα φιλότιμο».

Είπε, έστριψε τη μουστάκα, αγριοκοίταξε και προς βορράν.

«Νομίζω;», πρόσθεσε.

(Νίκος Τσιφόρος, «Ζήτημα τιμής»)

 

Τα στοιχεία του χαρακτήρα – Κοινωνικά Στοιχεία

Ένα βασικό λάθος που πρέπει να αποφύγουμε είναι να θεωρήσουμε τον ήρωα σαν αποκομμένο χαρακτήρα από την Κοινωνία. Η κοινωνική του διάσταση πρέπει να είναι σαφής μέσα στο έργο.

 

Κοινωνική θέση

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δείξουμε ότι ο ήρωας επηρεάζει και επηρεάζεται από τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου. Γιατί γίνεται αυτό; Γίνεται, διότι ο χαρακτήρας είναι γονιός, νέος, γέρος, ο Υπουργός επί των Μεταφορών, ένας οδηγός ταξί, ένας έμπορος, ή ένας παπατζής. Η κοινωνική του θέση είναι συνάρτηση του επαγγέλματός του, της οικογένειάς του αλλά και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσε και ζει.

Κάποιος που ανήκει σε ανώτερη κοινωνικά θέση συνήθως επηρεάζει άλλους, διοικεί, και εξουσιάζει τους γύρω του (π.χ. ο έμπορος τους υπαλλήλους του, ο Υπουργός τους πολίτες). Αντίθετα, κάποιος που ανήκει σε κατώτερη κοινωνικά θέση εξαρτάται από τη δύναμη των άλλων (οικονομική ή πολιτική). Μια γυναίκα σε μια Αραβική χώρα είναι υποτελής στον άντρα της μέχρι του σημείου να κινδυνεύει και η ίδια της η ζωή, πόσο μάλλον να σπουδάσει ή να κάνει σκι. Ο Ομπάμα (και οι ομόφυλοι του) δεν έγινε Πρόεδρος χωρίς να δώσει μάχες απέναντι στους λευκούς, οι οποίοι πριν μερικές δεκαετίες μπορούσαν ακόμα και να τους σκοτώσουν. Όλα αυτά πρέπει να τα δείξουμε.

 

Κοινωνικός ρόλος

Πρόκειται για την ιδιότητα που κατέχει κάθε άτομο μέσα σε μια κοινωνία και προκύπτει ως συνάρτηση των προσδοκιών που έχουν από αυτό τα υπόλοιπα μέλη της.

Για παράδειγμα, μια γυναίκα στην Ινδία προορίζεται για μηχανή αναπαραγωγής (αυτή είναι η προσδοκώμενη συμπεριφορά-ο ρόλος της) και μια ζωή εγκλεισμού στο σπίτι για τη φροντίδα των δέκα παιδιών της. Αυτή όμως επαναστατεί απέναντι στον ρόλο που της έχει αναθέσει ο αντρικός πληθυσμός της Ινδίας. Δηλαδή, η πραγματική συμπεριφορά ενός ατόμου είθισται να είναι εντελώς άλλη από τον προσδοκώμενο ρόλο. Στη λογοτεχνία επιδιώκουμε να μην συμβαδίζει ο ρόλος του ήρωα (που του αναθέτουν οι άλλοι) και η βούληση του χαρακτήρα (που αποζητά ο ίδιος). Έτσι δημιουργούνται οι συγκρούσεις που είναι άκρως επιθυμητές σε ένα διήγημα.

 

Τα στοιχεία προσωπικότητας του ήρωα

Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ήρωα διαμορφώνονται από τον τρόπο που σκέφτεται και αισθάνεται. Αυτά όλα τον κάνουν να δρα έτσι ή αλλιώς σε όλες τις εκδηλώσεις του, είτε σε οικογενειακό είτε σε επαγγελματικό περιβάλλον. Ο ήρωας είναι γεμάτος με εγωισμό, άγχος, ναρκισσισμό, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αδυναμία συγκέντρωσης, καχυποψία, έλλειψη εμπιστοσύνης. Όλα αυτά τα βάζουμε με μεγάλη προθυμία σ’ ένα διήγημα.

 

Η παιδική ηλικία του ήρωα

Αν στην παιδική ηλικία του ήρωα προτίθεστε να αποδώσετε ψυχολογική κακοποίηση, παραμέληση, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, τότε ο ενήλικας ήρωας ίσως παρουσιάζει ψυχολογικές διαταραχές όπως: φόβος, απόρριψη, εγκατάλειψη, εμπιστοσύνη, δυσκολία διαχείρισης συναισθημάτων, αυστηρότητα, κυνισμό, ματαιότητα, εξάρτηση από αλκοόλ, παραβατική συμπεριφορά, διατροφικές διαταραχές και άλλα καλούδια.

 

Ψυχολογικά τραύματα

Εκτός όμως από τα τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας του ήρωα, αυτός μπορεί να παρουσιάσει και τραυματικές εμπειρίες από γεγονότα που του συνέβησαν σαν ενήλικας και δεν μπόρεσε να διαχειριστεί. Για παράδειγμα: η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, ένας βιασμός, μια απαγωγή, μια πτώχευση, ένα θανατηφόρο ατύχημα, μια μεγάλη φυσική καταστροφή.

Ξεκαθαρίζουμε από την αρχή τα ψυχικά τραύματα από τα οποία υποφέρει ο ήρωας μας, ώστε να στήσουμε σωστά τη συμπεριφορά του σε όλη τη διάρκεια της πλοκής.

Σχέση με τους γονείς

Οι γονείς του ήρωα ίσως να ήταν Μορμόνοι ή φιλελεύθεροι Σκανδιναβοί. Ίσως να τον μεγάλωσε η γιαγιά, όταν οι γονείς του έλειπαν για τριάντα χρόνια στην Αλάσκα ψάχνοντας για χρυσό. Ίσως να ήταν παραβατικοί τύποι που μπαινόβγαιναν στις φυλακές. Όποια κι αν είναι η σχέση αυτή, επηρεάζεται η ψυχολογία του ήρωα και κάνει πράγματα που συμπίπτουν, έστω και άθελά του, με τα βιώματά του.

 

Σχέση με το άλλο φίλο

Ο ήρωας μεγάλωσε ανάμεσα στα φουστάνια δέκα γυναικών. Ή μεγάλωσε σε μια φαβέλα της Βραζιλίας με άλλους αλητόβιους. Υπηρέτησε σε τάγμα Λοκατζήδων ή σε μια λουφαδόρικη μονάδα λίγο μακρύτερα από το σπίτι του.

Η πρώτη του επίσκεψη σε οίκο ανοχής ήταν μια τραυματική εμπειρία. Γνώρισε μικρός έναν gay τύπο που του άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις.

Διαφορετικές εμπειρίες που πολύ πιθανόν να κάνουν τον ενήλικα ήρωα να έχει διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι στο άλλο φύλο.

Τώρα βλέπει γυναίκα και του κόβονται τα πόδια. Του κλείνει ραντεβού μια γυναίκα και αυτός την κοπανάει τρέχοντας. Ή πάει στο ραντεβού και πλακώνει τη γυναίκα στο ξύλο. Όλες πιθανές εξελίξεις του χαρακτήρα λόγω των βιωματικών εμπειριών του.-

 

###

Τέλος

 

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το βιβλίο μου, θα διαθέτατε μια στιγμή να αφήσετε ένα σχόλιο σας;

 

Ευχαριστώ!

Μίλτος Μόσχος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *