Η Καρμύρω

Η σελίδα προβλήθηκε: 66 φορές

1ος Πανελλήνος Διαγωνισμός Πεζογραφίας “Κέφαλος” – κατηγορία “Δοκίμια” – Τιμητική διάκριση

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

γράφει ο “Λουκής”

Η Καρμίρω

Χρόνια τώρα, τον άντρα της τον βλέπει για λίγες μέρες το χρόνο· άντε με το ζόρι δυο βδομάδες, το πολύ μήνας.

Μετά; αυτός φεύγει πάλι για δουλειές που κρατάνε όλο τον επόμενο χρόνο. Από τότε που παντρεύτηκαν αυτό γινόταν. Ένας χρόνος απουσίας, λίγες μέρες μαζί ίσα να φυτέψουν κάνα κουτσούβελο, κι άντε πάλι απ’ την αρχή.

Βέβαια, τα λεφτά ήταν πολλά. Βλέπεις ο εργοδότης πληρώνει καλά τις δύσκολες δουλειές κάτω στην έρημο.

Αλλά καλά τα λεφτά. «Ααα! δόξα τω Θεώ», το μόνιμο μοτίβο της Σάσας.

Η Σάσα, η γυναικούλα του ντε, βράχος και ηθικής και οικονομίας. Χάλαγε τα δυνατόν λιγότερα. Τι έγινε, δηλαδή, που τα ρεβίθια κάνουν κάθε μέρα παρέλαση στο σπίτι;

«Δεν κατάλαβα, τι έχουν τα ρεβίθια; Θα τα βγάλουμε άχρηστα κι αυτά;

Πώς μεγάλωσαν οι γονείς μας; με κρέας; Όχι βέβαια, με λαχανίδες μεγάλωσαν», αποστόμωνε τους πάντες η Σάσα.

«Έπαθαν κάτι; δεν έζησαν;

Εγώ, τουλάχιστον, έχω να φάω ρεβίθια· κάτι είναι κι’ αυτό, τι να πουν και κάτι άλλοι που ούτε αυτά δε βλέπουν!»

Εε, εντάξει, τώρα ποιος να κάτσει να εξηγήσει στη Σάσα ότι λίγο φούσκωμα περισσότερο το έχουν και κάποιες εκρήξεις στα κοιλιακά συστήματα γίνονται αντιληπτές σε απόσταση ακοής.

«Και εδώ που τα λέμε, για πλάκα το ‘φτιαξα μωρή το βεσεδάκι μου; Το χρυσοπλήρωσα και θα το λερώσω όσο θέλω.

Γελάς, ε; γέλα, μόνο αυτό σου έμεινε δύσμοιρη», κατακεραυνώνει τηλεφωνικά τη φίλη της.

«Ρεβίθια, φασόλια και φακές. Είναι πολύ φτηνά, άσε που βρήκα κι ένα μπακάλικο στην πέρα γειτονιά που φέρνει τέτοια πράγματα από την αραπιά· πάμφθηνα σου λέω. Πέντε λεπτά φτηνότερα το κιλό τα ‘χει.

Εε, θέλουν λίγο βράσιμο περισσότερο, αλλά στο τέλος μασιούνται.

Και τι έγινε που περπατάω καμιά ώρα για να φτάσω εκεί;

Ο γιατρός δεν μου είπε να περπατάω; Γι’ αυτό το κάνω, δεν το κάνω για τα πέντε λεπτά που κερδίζω.

Απ’ την άλλη όμως, για σκέψου και τα οφέλη!

Χοληστερίνη μηδέν, σάκχαρο κάτω του μηδενός, και πέντε ολόκληρα σέντς καθαρά στην τσέπη», η διατροφική και οικονομική ανάλυση του θέματος, από Σάσα μεριά.

Στην τράπεζα ο λογαριασμός αυγάταινε. Σαν άλλη γρια-Σκρούτζ, τα βράδια με μια αδύναμη λάμπα αυτή που ίσα φέγγει, αυτή μωρέ με τα λίγα watt, αντί να μετράει λίρες μέτραγε βιβλιαράκια καταθέσεων.

Τα βράδια άναβε κανένα φως στο μπαλκόνι, θα στραβωθείς, ρε Καρμίρω.

«Αυτές τις βλακείες να μην έλεγες! Σιγά μη στραβωθώ. Δεν έχεις ακούσει, μωρή, την τηλεόραση που λέει ότι ο πλανήτης έχει πρόβλημα και πρέπει να κάνουμε οικονομία στο ρεύμα;»

Αμάν, ρε Καρμίρω, με την τσιγκουνιά σου!

«Εε, τα παραλές τώρα. Αφού μωρή η λάμπα του Δήμου είναι στα δέκα μέτρα πιο κει και φεγγάει όλος ο δρόμος· γιατί ν’ ανάβω και του μπαλκονιού;

Άσε που από τότε που δεν το ανάβω έχω δει μείωση στη ΔΕΗ. Τουλάχιστον πέντε ευρω πιο κάτω έρχεται από τότε».

Και σώθηκες, ρε Καρμίρω!

«Τι λες κουκλίτσα μου! πέντε από δω, πέντε από κει, ξέρεις πόσα μαζεύονται;»

Οι φίλες της όλο τσάντες αλλάζαν· πότε με σχέδια, πότε με κροκοδειλάκια, πότε με φιογκάκια, αλλά αυτή βράχος. Και μια σακούλα από το μπακάλικο κάνει τη δουλειά της. Δηλαδή, δεν κατάλαβα, χωράει πιο πολλά η φιρμάτη τσάντα;

Του τα ‘γραφε και στα γράμματα: «άντρα μου, έχω να αγοράσω τσάντα εφτά χρόνια, μια χαρά κάνω τη δουλειά μου και με τις άλλες. Εγώ τα λεφτά που βγάζεις τα σέβομαι, εξ’ άλλου έχουμε να αγοράσουμε και σπίτι, έτσι δεν είναι;»

Έτσι είναι, της έγραφε αυτός, αλλά, εντάξει, δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν αγοράσεις και συ κάτι· γυναίκα είσαι. Φτάνουν τα λεφτά, πάρε κάτι και στα παιδιά.

«Άντρα μου, εσύ κοίτα να είσαι καλά και άσε με εμένα να στα κανονίσω όπως ξέρω. Και εξ’ άλλου τσάντα έχω, εντάξει δεν είναι και τίποτα φιγουρίνι, αν και να σου πω, εμένα, το ξέρεις άλλωστε, μου αρέσουν τα απλά πράγματα».

Ρε Καρμίρω, σε έναν γάμο, με τη σακούλα του μπακάλη θα πας;

«Ε, όχι μωρή, τρελή είσαι; Έχω ωραιότατη τσάντα απ’ τη μάνα μου. Μ’ αυτήν παντρεύτηκε τον πατέρα μου, κειμήλιο σου λέω! Τώρα γέρασε, πια, και δεν την χρησιμοποιεί».

Έβλεπε η μάνα πόσο «κερατο-οικονόμα» ήταν η κόρη της και την έπιανε κατάθλιψη με την καρμιριά της.

Άσε το άλλο, το πρόστυχο! Κάθε λίγο και λιγάκι οι καρακαηδόνες φίλες της την καλούσαν να πάνε έξω.

«Ααα! δεν πάει άλλο, αυτές βάλθηκαν να με ξετινάξουν. Επειδή αυτές δεν έχουν ποτέ τους φράγκο στην άκρη, το ‘βαλαν σκοπό να γίνω κι εγώ σαν τα μούτρα τους.

Ααα, όλα κι όλα… τέρμα οι κακές παρέες».

Όταν λέει έξω η Σάσα, μη φανταστείς αγαπητέ φίλε, ότι μιλάει για κανένα ξενυχτάδικο. Για σουβλατζίδικο μιλάει· μια μπύρα, μια πατάτες κι ένα σουβλάκι, άντε όλα μαζί εφτά ευρω.

«Αα, όλα και όλα, ως εδώ και μη παρέκει. Φίλες τέλος.

Εξ’ άλλου, τι τις θέλω τις φίλες; έχω παιδιά να μεγαλώσω, άσε που κάποιες φίλες μπορεί να σου βάλουν τον διάολο μέσα σου, και να τινάξεις το σπίτι σου στον αέρα».

Ρε Καρμίρω, ούτε σ’ ένα θέατρο δεν πας!

«Τι λες μωρή! Και τι έγινε που δεν πάω ποτέ θέατρο. Βάζει η τηλεόραση κάτι ωραία θέατρα, το ραδιόφωνο κάτι ωραία τραγούδια· δεν τα ‘χω ανάγκη εγώ αυτά. Ας πάνε οι άλλες, εγώ έχω έναν σκοπό και ο άντρας μου δεν δουλεύει σκληρά για να τα τρώω εγώ σε χαζοέργα».

Τα παιδιά σου, ρε Καρμίρω, τα παιδιά…!

«Τα παιδιά; … τι τα παιδιά; … τι θα πάθουν τα παιδιά;

Ουυυυ, έχουν καιρό μπροστά τους· και θέατρα και σινεμά, κι ότι τραβήξει η ψυχή τους. Μικρά είναι ακόμα· όταν μεγαλώσουν ας κάνουν ό,τι θέλουν. Εξ’ άλλου, σαν μεγαλώσουν θα βρουν από μένα και τον πατέρα τους μπόλικα λεφτά και θα μπορούν να τα χαλάνε όπως τους αρέσει.

Και να σου πω τη μαύρη αλήθεια;

Δεν μου αρέσουν μωρή τα θέατρα, με πιάνει ύπνος εκεί μέσα. Και θα πάει τσάμπα και το εισιτήριο. Αν ήταν σαν αυτά που μοίραζε η Εργατική Εστία, ξέρεις αυτά τα τσάμπα, εντάξει να προσπαθήσω να μείνω ξύπνια.

Α, πα, πα, πα!

Κάθομαι και κοιτάω το σπιτάκι που αγοράσαμε με τα λεφτά πέντε χρόνων. Ααχ, τι ωραίο που είναι!»

Τα ντουβάρια θα σε φάνε, ρε Καρμίρω!

«Τι είναι προτιμότερο; το σπίτι που αγοράσαμε ή τα θέατρα που πήγαν όλες οι άλλες;

Εμένα μου έμειναν τουλάχιστον πέντε ντουβάρια, σ’ αυτές τι έμειναν; τα προγράμματα από τα θέατρα; Δεν ξέρουν μάτια μου να κάνουν κουμάντο, σκορποχέρες είναι, μια ζωή στα λούσα και στην πείνα».

Και συ πεινάς, Καρμίρω, όλο φασολάδες είσαι!

«Τι; … και εγώ πεινάω;

Τι λες μωρή; Έχω αφήσει ποτέ τα παιδιά νηστικά;»

Ρε Καρμίρω, φτιάξε στα παιδιά κανένα μπιφτέκι με κιμά!

«Γιατί; δεν κατάλαβα… και τι έγινε που τα ξεγελάω με μπόλικο ψωμί και λίγο τον κιμά;

Νααα, τα κάνουνε, και το πιάτο τρώνε, και μου ζητάνε κι άλλο. Τα μπουκώνω με ψωμάρες και χορταίνουν. Αχ, μωρέ πώς τα χαλάτε τα παιδιά!

Όχι, αν δεν με πιστεύεις ρώτα τα, κατάλαβαν ποτέ ότι τρώνε ψωμομπίφτεκο; Ποτέ!

Εγώ μάτια μου δεν ξοδεύω τα υλικά της κουζίνας έτσι, επειδή το λέει η συνταγή που έγραψαν κάτι σουραβλίτες που μου κάνουν τον σεφ. Αν θες συνταγή, ρώτα εμένα να σου πω.

Πιάνουν και βάζουν στα γλυκά οκτώ κιλά ζάχαρη. Πού πάτε ρε; Θα πεθάνετε από το σάκχαρο. Πέντε κιλά λέει η συνταγή, δυο εσείς. Μια χαρά δένει το σιρόπι. Ναι, σιγά μη δεν τρώγεται, δεν σας έμαθαν ποτέ ότι ΄΄ου εν τω πολλώ το ευ΄΄;

Μου το παίζετε και γραμματιζούμενες. Αι στο διάολο από δω.

Του χρόνου να ‘ρθεις να μου τα πεις αυτά, που θα αγοράσω εκείνο το οικοπεδάκι. Και σ’ άλλα πέντε χρόνια -να ‘ναι καλά ο αντρούλης μου- θα το κτίσουμε δίπατο! Ένα για το κάθε βλαστάρι. Να δω τα μούτρα σας μετά, που δεν έχετε να παντρέψετε βρε κακομοίρηδες τα παιδιά σας. Τι θα τους δώσετε βρε για προίκα; τα θέατρα ή τα καλαμάκια απ’ τα σουβλάκια;

Αλήθεια… τώρα που το λέω… ακριβό βρε παιδί μου και το σουβλάκι. Άκου εκεί το καλαμάκι 1,5 ευρω. Βρε εγώ 1,5 ευρω χαλάω σε μια βδομάδα.

Και όταν είμαι έξω και διψάσω σιγά μη πάρω νερό από το περίπτερο. Ξέρεις πόσο το έχουν πάει οι μαυραγορίτες; πενήντα λεπτά το μπουκαλάκι!

Τι είναι βρε το νερό; Αηδονόνερο; αϊ να χαθούν οι κλέφτες.

Βαστιέμαι, γυρνάω σπίτι μου, και πίνω όσο θέλω.

Και φυσικά από την βρύση. Θα ‘χεις ακούσει ότι αν ανοίγεις το ψυγείο συνέχεια, φεύγει η ψύξη. Και τότε κακομοίρα μου να δεις τι ταμπλά θα σου στείλει η ΔΕΗ!»

«Τι έλεγα; Ααα!, ναι, για το σουβλάκι.

Ευτυχώς, που τους πήρα ένα μόνο και έφαγαν από μισό ο καθένας τους. Τους πλάκωσα και με μπόλικο νερό και φούσκωσαν σαν πάπιες. Μετά μου ζήτησαν και χωνάκι από το ζαχαροπλαστείο· σιγά μη τους έκανα τη χάρη.

Και του περίπτερου το χωνάκι μια χαρά τα βόλεψε, αλλά και αυτό, ακριβό βρε παιδί μου, δεν με φτάνουν τα λεφτά που παίρνω κάθε μέρα στη βόλτα μας».

Ρε Καρμίρω, από το περίπτερο;

«Ναι, μωρή, σιγά τώρα. Παγωτά είναι όλα!

Κατ’ αρχάς, με τα ίδια λεφτά που παίρνω δυο παγωτά στο περίπτερο, παίρνω μόνο ένα από το ζαχαροπλαστείο. Να, πως μένει ακόμη ένα ευρω στην τσέπη.

Δε φτάνουν τα λεφτά κυρά-αποτέτοια μου. Αν δεν κάνουμε οικονομία, θα πεινάσουμε.

Δεύτερον, πού είδες ότι του περίπτερου δεν είναι καλά; Αυτά τουλάχιστον φτιάχνονται αυτόματα από μηχανές, χλάπα-χλούπου, χλάπα-χλούπου. Δεν τ’ αγγίζει ανθρώπου χέρι, ενώ ο κυρ-Γιάννης, πού ξέρω εγώ τι έκανε με τη γυναίκα του χθες βράδυ, πιο καθαρά χέρια έχει ο ζαχαροπλάστης;

Αμ θα το πληρώσω ακριβότερα το παγωτό, αμ θα ‘χει χώσει και τις χερούκλες του μέσα· άσε με καημένη, απ’ το περίπτερο και πάλι απ’ το περίπτερο.

Α, με πρήξατε πια!»

Άπορη είσαι, ρε Καρμίρω;

«Μωρή, κι εσύ προχθές δεν μου ‘λεγες ότι δεν σου φτάνουν τα λεφτά; Καλά, εδώ που τα λέμε κι εγώ δύσκολα την παλεύω. Να σκεφτείς ότι μου φεύγουν για φαΐ 125 ευρω το μήνα. Δεν με φτάνουν με τίποτα».

Τόσα λεφτά σου στέλνει ο άντρας σου!

«Σιγά τα πολλά. Βαστάω για το σπίτι 200 ευρω και τα υπόλοιπα 4800 στην άκρη. Ξέρεις πόσο ακριβήναν τα πλακάκια που θέλω να πάρω;»

«Τι ποιανού σπιτιού, μωρή; Δε σου είπα ότι σε πέντε χρόνια θα κτίσω;»

Και μαζεύεις από τώρα, ρε Καρμίρω;

«Εε, ναι, από τώρα μαζεύω, κακό κάνω;»

«Προχθές να δεις πλάκα που καθόμουν στην ουρά του ΙΚΑ -ούτε που θυμάμαι πόσες ώρες- τρεις; τέσσερις; δεν θυμάμαι σου λέω, μη με πρήζεις. Καθόμουν που λες στην ουρά· να δεις πώς τους τρέλανα τους άλλους που περίμεναν μαζί μου»

«Μου λέει μία απ’ αυτές, ΄΄καλέ κυρία, σας σκίστηκαν οι πόντοι του καλσόν΄΄».

«Που να μου περισσέψουν, καλή μου, με τα ψίχουλα που παίρνω. Μπορώ ν’ αλλάζω κάθε  έξι μήνες καλσόν;»

«Κάθε έξι μήνες!» μου κάνει λυπημένη. «Εε, δεν κρατάνε και τόσο πολύ, φυσιολογικά τους χάσατε τους πόντους», μου λέει η κοντύλω. «Χαμηλόμισθη θα είστε και σεις; πόσα μπαίνουν στο σπίτι, αν επιτρέπεται;» με ρωτάει.

«Πέντε», της λέω.

«Πέντε! αχ!, βρε, δύστυχη, και πώς τα βγάζεις πέρα; Έχεις και παιδάκια;»

«Εμ , πώς, δεν έχω; δύο τα ‘χω».

«Να σου ζήσουν, δύστυχη τα δυστυχισμένα. Μα πες μου, πώς τα βγάζεις πέρα;»

«Η καρδούλα μου το ξέρει. Γιατί νομίζεις ότι ξεροσταλιάζω στην ουρά τόσες ώρες; Αν μου περίσσευαν, θα ‘δινα ένα δεκαρικάκι σε έναν γιατρό και τέλος».

«Εμ, βέβαια δύστυχη», μου λέει ψυχοπονιάρικα, «με πέντε κατοστάρικα που παίρνεις, δίκιο έχεις». Ήταν έτοιμη να με δανείσει!

«Η χαζή, όταν της είπα πέντε, νόμισε κατοστάρικα. Πού να της έλεγα πέντε χιλιάδες;

Και τι έγινε που περίμενα τρεις ώρες στην ουρά του ΙΚΑ; ίσα-ίσα, έκανα και φίλες σαν αυτή την κυρία, που νόμισε ότι παίρνω πέντε.

Να φροντίσω, μόνο, να μη γνωρίσει καμιά άλλη φίλη μου και της ξεφουρνίσουν οι γλωσσοκοπάνες ότι παίρνω πέντε χιλιάδες.

Ξέρεις τι είναι το κακό μάτι κι η γλωσσοφαγιά;

A, πα, πα!

Καλύτερα να με λυπούνται, παρά να με γλωσσοτρώνε!»

«Πέντε σπίτια έχουμε αγοράσει μέχρι τώρα με τα λεφτά του αντρούλη μου. Τουλάχιστον στα γεράματά μας θα κάνουμε μια άνετη ζωή δίπλα στη σόμπα με τα ξύλα».

Δεν σε πιστεύω· ακόμα με σόμπα, ρε Καρμίρω;

«Δεν το ξέρεις; άκουσα ότι το καλοριφέρ κάνει κακό σε μας τους μεγάλους, δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά αυτό άκουσα, σόμπα και πάλι σόμπα. Και η γιαγιά μου μια ίδια είχε. Και τώρα που το σκέφτομαι, τα ξύλα είναι και οικολογικά.

Θα ζεσταίνουμε εκεί και τα ρεβιθάκια μας· μια χαρά θα είμαστε με τον αντρούλη μου. Αν έχουμε δόντια ακόμα, μπορεί να μας φέρουν και κανένα σουβλάκι τα παιδιά μας! Τόση περιουσία τους αφήνουμε.

Μη σου πω ότι τα ρεβίθια δεν ανεβάζουν τη χοληστερίνη, ενώ το σουβλάκι στην πάει στα ουράνια.

Ρε δε πάει στο διάολο το κολοσούβλακο! Άστο καλύτερα, ρεβίθι με μπόλικο χυλό, ό,τι πρέπει είναι!»

Μωρή, πριν σε κλείσω, να σε ρωτήσω κάτι;

Τι σ’ έπιασε και με λες συνέχεια «Καρμίρω»;

Τι είναι το «Καρμίρω» μωρή;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *