Κινητό Χειρουργείο

Η σελίδα προβλήθηκε: 110 φορές

“Κινητό Χειρουργείο” – προδημοσίευση

Ιστορικό διήγημα

Πρόλογος

Βρήκα ξανά τις αισθήσεις μου σε ένα κινητό χειρουργείο, δεν κατάφερα ποτέ να μάθω πού ήταν αυτό. Απ’ όσα ακούω γύρω μου, φαίνεται ότι η όψη μου είναι τραγική. Ο νοσοκόμος της μονάδας μου, ένα φιλαράκι από την Κάρπαθο, είναι πάντα δίπλα μου. Μου μιλάει αδιάκοπα, με ενθαρρύνει να μη τα παρατήσω.

«Θα σε κάνουμε καλά!» μου λέει συνεχώς.

Νοιώθω κάτι να με πιέζει δυνατά στο κούτελο και στο πόδι. «Δεν θα σε αφήσω να φύγεις».

Να φύγω; για πού; Δεν θέλω να φύγω τόσο νέος, δεν έχω εξαντλήσει ακόμα τις υποχρεώσεις μου, δεν τους έχουμε νικήσει τους κερατάδες ακόμα.

Φαίνεται ότι είχα στιγμές που χανόμουν, δεν εξηγείται αλλιώς. Ένοιωθα τραντάγματα, «ξύπνα!», «κρατήσου!», «μη κοιμάσαι!», «άνοιξε τα μάτια σου!».

«Το μέτωπό του, γιατρέ, το μέτωπό του, να σταματήσουμε το αίμα», άκουγα μέσα στον εφιάλτη μου.

«Έτσι δεν μπορώ να δω τίποτα. Φέρε κι’ άλλες γάζες. Πάτα εδώ».

«Πετάγεται από παντού αίμα, γιατρέ».

«Εσύ πίεσε εδώ με δύναμη, να σταματήσουμε την αρτηρία στο πόδι».

Νοιώθω το αίμα να κυλάει πάνω στο σώμα μου, νοιώθω να πλέω μέσα σε μια γλίτσα. Στο στόμα μου μπαίνει πηκτό αίμα που με πνίγει, το φτύνω ξεψυχισμένα.

«Έτσι μπράβο, φτύστο Σπύρο! Έτσι… θέλω να με ακούς και να κάνεις αυτά που σου λέω!».

«Έχει χάσει πολύ αίμα», ακούω μια άλλη φωνή, δεν είναι το Καρπαθάκι, κάποιος άλλος μιλάει.

Άκουγα τις κουβέντες τους, άλλες στα Ελληνικά και άλλες στ’ Αγγλικά, μπερδεμένες μεταξύ τους. Αν και μίλαγα αρκετά καλά τα Αγγλικά, δεν έβγαζα νόημα στο τι λέγανε· ξεχώριζα μόνο σπαρτές λέξεις.

Μετά, από δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα, άκουσα κάποιον πάνω από το κεφάλι μου να λέει, «it’s a lost case, boys». Αυτή τη φράση κατάφερα μόνο να αποκωδικοποιήσω.

Δεν μπορούσα να δω· μόνο ν΄ ακούσω. Δεν πόναγα, προσπάθησα να κουνήσω το χέρι μου, να τους δείξω ότι το παλεύω, αλλά αυτό δεν με άκουγε. Τα πόδια μου το ίδιο, ήταν βαριά, ακούνητα. Έχω την αίσθηση ότι τα μάτια μου ήταν ανοιχτά, αλλά δεν έβλεπα τίποτα.

Και ναι… τότε πέρασε από το νου μου ότι πλέον, πέθαινα. Οι τελευταίες μου στιγμές!

Είχα πλημμυρίσει από μια γλυκιά αίσθηση χαλάρωσης. Πέρασαν μπροστά μου οι εικόνες της μάνας μου και του πατέρα μου, τελευταίες εικόνες που έγραψε το μυαλό μου λίγο πριν πεθάνω.

Δεν κατάφερα να κάνω αυτά που ήθελα, ήθελα να πολεμήσω μέχρι να τους νικήσω, αλλά Θεέ μου δεν με άφησες.

 γιατί;

έχεις πάρει τόσους, δεν χόρτασες;

γιατί παίρνεις και μένα;

άσε με να σηκωθώ όρθιος, να πολεμήσω για την πατρίδα μου,

δεν είσαι δίκαιος,

άσε με να ξαναδώ τη μάνα μου, έφυγα σαν κλέφτης, ούτε ένα φιλί δεν της έδωσα,

άσε με… σε παρακαλώ, δεν θέλω να πεθάνω τόσο άδοξα,

κάνε να μπορέσω να κουνήσω το χέρι μου, να το δουν αυτοί και να μη με περνάνε για πεθαμένο, είμαι ακόμα ζωντανός, μπορώ ακόμα!

Ένοιωσα να χάνομαι, μέσα σε φωνές του νοσοκόμου. «Όχι, Σπύρο, όχι! Μη φεύγεις, δεν σε αφήνω, εδώ είμαι μαζί σου!»

 

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Το έργο ολοκληρώθηκε και είναι διαθέσιμο. Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

 

 

 

.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *