Κινητό Χειρουργείο

 

εκτύπωση από: www.lulu.com

Ιστορικό Διήγημα

έντυπη μορφή

ISBN: 978359957163 / σελίδες: 170

εκτύπωση & διανομή: www.Lulu.com (για να το παραγγείλετε εδώ)

e-book μορφή:

  • e-book / ISBN: 9780463846445 / εκδότης: Smashwords (εδώ)
  • για δωρεάν αποστολή του 20% του e-book στο mail σας (εδώ)
  • για αποστολή όλου του e-book στο mail σας (εδώ)

Λίγα λόγια για την υπόθεση:

Ένα νέο παιδί 20 χρονών, Χιώτης, ψάχνει εναγωνίως να περάσει στα απέναντι παράλια της Τουρκίας, όταν οι Γερμανοί φτάνουν στο νησί του. Τα καταφέρνει, και εντάσσεται στην 1η Ελληνική Ταξιαρχία. Πολεμάει στο Ελ Αλαμέιν, τραυματίζεται βαριά, μπλέκεται στο κίνημα των Αξιωματικών της Μέσης Ανατολής και σκέφτεται… την πατρίδα του.

Αντί Προλόγου

Βρήκα ξανά τις αισθήσεις μου σε ένα κινητό χειρουργείο, δεν κατάφερα ποτέ να μάθω πού ήταν αυτό. Απ’ όσα ακούω γύρω μου, φαίνεται ότι η όψη μου είναι τραγική. Ο νοσοκόμος της μονάδας μου, ένα φιλαράκι από την Κάρπαθο, είναι πάντα δίπλα μου. Μου μιλάει αδιάκοπα, με ενθαρρύνει να μη τα παρατήσω.

«Θα σε κάνουμε καλά!» μου λέει συνεχώς.

Νοιώθω κάτι να με πιέζει δυνατά στο κούτελο και στο πόδι. «Δεν θα σε αφήσω να φύγεις».

Να φύγω; για πού; Δεν θέλω να φύγω τόσο νέος, δεν έχω εξαντλήσει ακόμα τις υποχρεώσεις μου, δεν τους έχουμε νικήσει τους κερατάδες ακόμα.

Φαίνεται ότι είχα στιγμές που χανόμουν, δεν εξηγείται αλλιώς. Ένοιωθα τραντάγματα, «ξύπνα!», «κρατήσου!», «μη κοιμάσαι!», «άνοιξε τα μάτια σου!».

«Το μέτωπό του, γιατρέ, το μέτωπό του, να σταματήσουμε το αίμα», άκουγα μέσα στον εφιάλτη μου.

«Έτσι δεν μπορώ να δω τίποτα. Φέρε κι’ άλλες γάζες. Πάτα εδώ».

«Πετάγεται από παντού αίμα, γιατρέ».

«Εσύ πίεσε εδώ με δύναμη, να σταματήσουμε την αρτηρία στο πόδι».

Νοιώθω το αίμα να κυλάει πάνω στο σώμα μου, νοιώθω να πλέω μέσα σε μια γλίτσα. Στο στόμα μου μπαίνει πηκτό αίμα που με πνίγει, το φτύνω ξεψυχισμένα.

«Έτσι μπράβο, φτύστο Σπύρο! Έτσι… θέλω να με ακούς και να κάνεις αυτά που σου λέω!».

«Έχει χάσει πολύ αίμα», ακούω μια άλλη φωνή, δεν είναι το Καρπαθάκι, κάποιος άλλος μιλάει.

Άκουγα τις κουβέντες τους, άλλες στα Ελληνικά και άλλες στ’ Αγγλικά, μπερδεμένες μεταξύ τους. Αν και μίλαγα αρκετά καλά τα Αγγλικά, δεν έβγαζα νόημα στο τι λέγανε· ξεχώριζα μόνο σπαρτές λέξεις.

Μετά, από δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα, άκουσα κάποιον πάνω από το κεφάλι μου να λέει, «it’s a lost case, boys». Αυτή τη φράση κατάφερα μόνο να αποκωδικοποιήσω.

Δεν μπορούσα να δω· μόνο ν΄ ακούσω. Δεν πόναγα, προσπάθησα να κουνήσω το χέρι μου, να τους δείξω ότι το παλεύω, αλλά αυτό δεν με άκουγε. Τα πόδια μου το ίδιο, ήταν βαριά, ακούνητα. Έχω την αίσθηση ότι τα μάτια μου ήταν ανοιχτά, αλλά δεν έβλεπα τίποτα.

Και ναι… τότε πέρασε από το νου μου ότι πλέον, πέθαινα. Οι τελευταίες μου στιγμές!

Είχα πλημμυρίσει από μια γλυκιά αίσθηση χαλάρωσης. Πέρασαν μπροστά μου οι εικόνες της μάνας μου και του πατέρα μου, τελευταίες εικόνες που έγραψε το μυαλό μου λίγο πριν πεθάνω.

Δεν κατάφερα να κάνω αυτά που ήθελα, ήθελα να πολεμήσω μέχρι να τους νικήσω, αλλά Θεέ μου δεν με άφησες.

 γιατί;

έχεις πάρει τόσους, δεν χόρτασες;

γιατί παίρνεις και μένα;

άσε με να σηκωθώ όρθιος, να πολεμήσω για την πατρίδα μου,

δεν είσαι δίκαιος,

άσε με να ξαναδώ τη μάνα μου, έφυγα σαν κλέφτης, ούτε ένα φιλί δεν της έδωσα,

άσε με… σε παρακαλώ, δεν θέλω να πεθάνω τόσο άδοξα,

κάνε να μπορέσω να κουνήσω το χέρι μου, να το δουν αυτοί και να μη με περνάνε για πεθαμένο, είμαι ακόμα ζωντανός, μπορώ ακόμα!

Ένοιωσα να χάνομαι, μέσα σε φωνές του νοσοκόμου. «Όχι, Σπύρο, όχι! Μη φεύγεις, δεν σε αφήνω, εδώ είμαι μαζί σου!»

 

Κεφάλαια Διηγήματος

Ένα παιδί ονειρεύεται

Το όνειρο παίρνει Τούρκικιο χρώμα

Το όνειρο μέσα στην Κόλαση

Επιστροφή στην Ιθάκη του

 

Οι πρώτες σελίδες…

Τα πλήθη είναι συγκεντρωμένα στην παραλία. Άνθρωποι και μπόγοι όλα μαζί ανάκατα. Όλοι προσπαθούν να φύγουν, να μπουν σ’ ένα καράβι, να γλιτώσουν απ΄ το μαχαίρι του Τούρκου. Οι καπνοί από τα καμένα σπίτια έχουν φτάσει μέχρι την παραλία. Τα μάτια τους βλέπουν ένα εφιαλτικό σκηνικό.

Ο θάνατος του ενός, η ζωή του άλλου. Όποιος μπορεί θα σωθεί, οι άλλοι θα χαθούν. Όποιος έχει λεφτά να δώσει στους Τούρκους βαρκάρηδες θα φτάσει στα πλοία, οι άλλοι θα σφαχτούν.

 

Τη γιαγιά μου κοίταζε ο βαρκάρης μ΄ εκείνο το πονηρό ανατολίτικο χαμόγελο. Τα μάτια του καρφωμένα στον κόρφο της, εκεί που λαμπίριζαν μια σειρά από χρυσά φλουριά. Όσο αυτή έκανε ότι δεν καταλάβαινε, τόσο αυτός ξαπλωμένος και αραχτός στη βάρκα του. Φόραγε αυτό το πανάθλιο φέσι του, έστριβε το μουστάκι του με τα βρώμικα χέρια του. Με τα μάτια του που λαμπύριζαν της έδειχνε τον λαιμό της. Η γιαγιά κατάλαβε τι ήθελε, τα ΄βγαλε να του τα δώσει. Τινάχτηκε πάνω, τα ΄ρπαξε και τα ΄χωσε βιαστικά στον κόρφο του, βούτηξε τον μπόγο της από την προκυμαία και τον πέταξε στη βάρκα, τη βοήθησε να μπει και αυτή, και έτσι σώθηκε. Από εκεί που έδειχνε παγερή αδιαφορία πριν λίγο, τώρα σκοτώνεται να της λέει καλά λόγια, να την βοηθάει στο κουβάλημα των μπόγων. Της ευχήθηκε ακόμα και Iyi yolculuklar,[1] μόλις αυτή επιβιβάστηκε σε κάποιο πλοίο ανοικτά του λιμανιού, με ένα χαμογελαστό πρόσωπο που αποκάλυπτε ένα στόμα χωρίς δόντια. Μόλις, κέρδισε ένα σωρό φλουριά με μια βαρκάδα, και γρήγορα άρπαξε το κουπί να πάει ξανά στην προκυμαία, να βρει το επόμενο θύμα του, ίδιο κοράκι.

Υπάρχουν παιδιά μόνα τους στην παραλία που κλαίνε, κανείς δεν τους δίνει σημασία, όλοι κοιτάνε να σώσουν τους δικούς τους. Κατάσταση όπου επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας.

Κάποια πλοία ξένων χωρών είναι αραγμένα ανοικτά, μερικά απ’ αυτά βοηθούν και παίρνουν κόσμο, κάποια άλλα δείχνουν παγερή αδιαφορία. Οι βάρκες που είναι στο λιμάνι φορτώνονται μέχρι πάνω, και έναντι αδράς αμοιβής μεταφέρουν κάποιους στη σωτηρία. Εκείνες τις μέρες, οι Τούρκοι βαρκάρηδες έγιναν με μιας πλούσιοι, την ίδια στιγμή που οι πρόσφυγες έχασαν τα πάντα.

Κι ο Τούρκος πλησιάζει, η απειλή είναι μία, η κρύα λάμα της χαντζάρας. Πολλοί χάνονται είτε στα νερά είτε στα σπίτια που καίγονται είτε ανάμεσα στις βάρκες. Τελικά, κάποιοι βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, άλλοι πήγαν στον Πειραιά, και άλλοι κάπου αλλού σε κάποιο άλλο λιμάνι. Οικογένειες χωρίστηκαν, χωρίς να το καταλάβουν.

Κάποιοι κατάφεραν και φτάσαν στη μάνα Ελλάδα, κάποιοι όχι. Μέχρι τη δεκαετία του ’60 άκουγες κάθε μέρα από το Ραδιόφωνο τις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

 

Οι περισσότερες αναζητήσεις αφορούσαν τους τότε αγνοούμενους· από τότε που η Σμύρνη έγινε ένα με την στάχτη. Κάποιες οικογένειες διαλύθηκαν και τα μέλη τους ξεβράστηκαν σε διαφορετικές πόλεις. Αργότερα κατάφεραν και ενώθηκαν πάλι· μετρήθηκαν και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις κάποιοι βρέθηκαν να λείπουν. Ελάχιστες οικογένειες δεν άφησαν κάποιον εκεί πίσω, στη γη τους.

Για πολλά χρόνια μετά η ζωή βάδισε έτσι, με κάποιους που χάθηκαν οριστικά, και κάποιους που έκαναν νέα αρχή στη νέα πατρίδα. Στοίβες τα προβλήματα των προσφύγων. Μια χώρα αποδεκατισμένη, τι βοήθεια μπορεί να σου προσφέρει! Μια χώρα που μόλις έχασε έναν πόλεμο!

Όλα τα ξεκινήσαμε εξ’ αρχής, όλα εκ των ενόντων.

Και να έχεις δίπλα σου κάποιους από τον ντόπιο πληθυσμό να σε αποκαλεί Τουρκόσπορο. Αυτή η φράση μας κόβει την καρδιά στα δύο. Θυμώνουμε, αλλά δεν το δείχνουμε, βλέπεις τώρα είμαστε ικέτες σε ξένο μέρος, και ας είναι η Ελλάδα μας αυτή που πατάμε ξανά στα πόδια μας.

 

Βλέπεις σ’ αυτούς μια αποστροφή στο βλέμμα τους … μια αηδία… μπορώ μερικές φορές να ξεχωρίσω και μία κακία να στάζει από τα χείλη τους. Μας αποκαλούν Τουρκόσπορους· ποιους; τους πιο γνήσιους Έλληνες της διασποράς. Τους πιο κοσμοπολίτες· ποιοι; οι μπαστουνόβλαχοι της Ελλάδας.

 

«Πάρε, ρε Τουρκόσπορε, από εδώ τους μπόγους σου», να λέει ο ντόπιος άντρας με μια περιφρόνηση στα μάτια και ταυτόχρονα εκπέμποντας μια απειλητική διάθεση.

«Έλληνας είμαι, όχι Τούρκος! Πεινάνε τα μικρά μου, η γυναίκα μου είναι ετοιμόγεννη».

Και πριν προλάβει να του πει για την ετοιμόγεννη, ο ντόπιος με την κακία να γράφει γρήγορες και τρελές πινελιές στο πρόσωπο, και βλέμμα που σκοτώνει· «Να πας αλλού, εδώ δεν υπάρχει ψωμί για όλους εσάς… που σας κουβάλησαν εδώ, έχουμε τα δικά μας παιδιά να ταΐσουμε».

«Δεν ζητάω να αφήσεις τα δικά σου παιδιά νηστικά, απλά να φάνε λίγο και τα δικά μου· για μένα δεν θέλω τίποτα· αντέχω εγώ».

«Ναι, έτσι λέτε όλοι, μέχρι να μας φάτε τις περιουσίες μας· να πάτε αλλού», να συμπληρώνει την κουβέντα και η γυναίκα του, ή η μάνα του ή η αδελφή του … ούτε ξέρω τι του είναι.

Αδειάζουν από το πηγάδι του κορμιού τους όλη τη χολή που αυτό έχει γεμίσει, αλλά παρ’ όλο που αδειάζει και αφήνει κενό μέσα του, και πάλι σε αυτό το κενό δεν λέει να μπει και να φωλιάσει λίγη καλοσύνη.

«Μα δεν ντρέπεστε να λέτε τέτοια λόγια; Σακατεμένοι άνθρωποι είναι, δεν έχετε πάνω σας λίγη ανθρωπιά;» να μας υπερασπίζεται μια μεσόκοπη Ερυθροσταυρίτισσα που μας μοιράζει λίγο γάλα.

Με φουρκισμένα μάτια και σε έντονο ύφος, «σήκω σε παρακαλώ και φύγε από δω, γιατί θα φωνάξω τον χωροφύλακα», λέει του νταή. Αυτός που βλέπει μπροστά του την αγριεμένη νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, εξ’ ανάγκης αποχωρεί νευριασμένος, κάνοντας ένα νεύμα στους δικούς του, «πάμε, ρε γυναίκα, να φύγουμε από δω», για να πάει πιο κει, να κηρύξει τον πόλεμο και σε άλλους, επίσης αδύναμους να αντιδράσουν.

Μια σκηνή βγαλμένη από το χειρότερο θεατρικό έργο που μπορεί να ανεβάσει ανθρώπινος νους. Σ’ ένα θέατρο που στις κερκίδες του στέκονται, σαν θεατές, σφαγμένοι προγόνοι. Γύρω από τον νταή ένα τσούρμο παιδιά, με κουρέλικα ρούχα και αυτά, τα περισσότερα ξυπόλητα, με τις μύξες να τρέχουν στο στόμα τους, κοιτάνε και αντιγράφουν· παίρνουν μαθήματα. Κουρεμένα με την ψιλή για να μη πιάνουν ψείρες, βαστάνε με το ένα χέρι τους το σακάκι του πατέρα, και με το άλλο χέρι στο στόμα να πιπιλάνε τα βρώμικα δάχτυλά τους. Κοιτάνε, με τα ακόμα αθώα μεγάλα μάτια τους, τα άλλα παιδιά που ήρθαν από απέναντι, εξ ίσου φτωχικά ντυμένα και εξ΄ ίσου ταλαίπωρα. Οι μεγάλοι ντόπιοι να βρίζουν τους μεγάλους που ήρθαν από απέναντι, και τα παιδιά τους να αντιγράφουν συμπεριφορές. Καθώς φεύγει με νεύρα ο νταής, τα σέρνει στην κυριολεξία πίσω του από το σακάκι του. Παιδιά, που κάποια στιγμή, θα επαναλάβουν τα λόγια του πατέρα τους στα προσφυγάκια, όταν αυτά θα πάνε σχολείο. Αυτό το έργο παιζόταν, στου μυαλού τους την εξέδρα, για πάρα πολλά χρόνια αργότερα.

Γιατί, δεν μπορεί… ο πατέρας τους έχει δίκιο… οι άλλοι ήρθαν στην Ελλάδα, να φάνε το ψωμί τους!

 

Η αμορφωσιά σ΄ όλο της το μεγαλείο. Πέρασαν χρόνια πολλά, για να βγάλουμε από πάνω μας αυτό το χολεριασμένο μικρόβιο του Τούρκου. Όσο ο κόσμος μορφωνόταν, τόσο αυτή η λέξη ακουγόταν και λιγότερο.

Οι πόλεις της χώρας γέμισαν από ορφανοτροφεία, οι πρόσφυγες έζησαν σε παράγκες, σε ιδρύματα, σε χωράφια, σε καλύβες. Τελικά, κατάφεραν κι έφτιαξαν πάλι τη ζωή τους, μέσα στη φτώχια και τις στερήσεις, αλλά την έφτιαξαν. Τώρα, στη δεκαετία του 2020 η πρώτη γενιά προσφύγων έχει φύγει από τη ζωή. Έχουν μείνει τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Κανονικοί Έλληνες σε μια κανονική Ελλάδα. Δεν διανοείται κανείς πλέον, να πει σε κάποιον απόγονο των προσφύγων τη λέξη Τουρκόσπορος. Όλα φαίνονται να είναι εντάξει.

Είναι;

 

Ο Σπύρος φτάνει στην Ελλάδα σε ηλικία μόλις κάποιων μηνών. Ο πατέρας του Σπύρου, μαζί με την οικογένεια που του απέμεινε, ξεβράζεται ένα ράκος στη Χίο, και εκεί πλέον, η νέα οικογένεια χαράζει τη ζωή της απ’ την αρχή.

 

Από πολύ μικρός, ήμουν δεν ήμουν 5 χρονών, βοήθαγα τον πατέρα μου στο χωράφι. Δεν έσκαβα βέβαια, αλλά θυμάμαι ότι με έναν γαϊδαράκο που είχαμε, κουβάλαγα νερό, πηγαινοερχόμουνα από το χωράφι στο σπίτι, και έφερνα φαΐ, ή ότι άλλο μπορεί να κάνει ένας πεντάχρονος, θυμάται ο Σπύρος.

Τώρα όταν λέμε φαΐ μη φανταστείς τίποτα ιδιαίτερο, ψωμί, ελιές, τυρί, άντε κι ένα κρεμμύδι τις γιορτές. Αυτό ρίχναμε μέσα μας τις περισσότερες μέρες του χρόνου. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρω να ευχαριστηθώ το Πάσχα με λίγο κρέας, από κάποιο κατσίκι που έσφαζε ο πατέρας μας. Τα άλλα μου αδέλφια, πέντε τον αριθμό, είναι μεγαλύτερα από μένα. Σκάβουν και ποτίζουν μαζί με τον πατέρα μας στο μικρό χωράφι που μας έχουν παραχωρήσει, ίσα-ίσα για να μη πεθάνουμε από την πείνα. Αυτό το χωραφάκι είναι το μόνο βοήθημα που πήραμε από τη μάνα Ελλάδα. Όλα τ’ άλλα τα χτίσαμε με τα χέρια μας. Κοντά στο χωράφι ο πατέρας μου είχε καταφέρει να κτίσει κι ένα καλύβι να μένουμε.

 

Το νέο σπίτι ένα δωμάτιο όλο κι’ όλο. Εκεί μέσα πλέξαμε με εικόνες τον καμβά του μέλλοντός μας. Εικόνες πείνας σ’ έναν καμβά που μας πότισε με ελπίδες ζωής και υποσχέσεις θανάτου. Κοιμόμαστε όλοι μαζί, δίπλα μια μικρή κουζίνα και πιο μακριά ένας απόπατος, κοινός για όλους. Στην ίδια αυλή άλλες τρεις οικογένειες. Και οι άλλοι στην ίδια μοίρα. Αυτό ήταν όλο το βασίλειό μας. Τον χειμώνα με το δριμύ κρύο ήταν ηρωική πράξη να πάμε μέχρι τον καμπινέ. Τα βράδια, που φοβόμαστε να πάμε μέχρι εκεί, βγαίναμε από το δωμάτιο και κατουράγαμε εκεί απ΄ έξω. Όποτε μας έπαιρνε είδηση η μάνα μας, μας τάραζε στις φωνές. «Θα πιάσουμε χολέρα», μας φώναζε.

Μπάνιο κάθε Σάββατο σε μια σκάφη που τη βάζαμε στην κουζινίτσα. Δίπλα μας μια γκαζιέρα να ζεσταίνει το νερό της κατσαρόλας και πράσινο σαπούνι, αυτό που είχε πάνω του μόνιμα μια αηδιαστική γλίτσα. Το νερό το κουβαλούσαν τ’ αδέλφια μου από τη βρύση, που υπήρχε για όλους σε μια γωνιά του οικισμού. Ήταν τόσο βαρύς για τα παιδικά χέρια. Το μισό τους χυνόταν στον δρόμο.

Τα κουζινόνερα τα πετάγαμε έξω. Όλοι αυτό έκαναν· δεν τολμάγαμε να τα πετάξουμε στον βόθρο, γιατί αν γέμιζε πριν την ώρα του, έπρεπε να πληρώσουμε για να τον αδειάσουμε.

Και δώστου η μάνα μου με μια βούρτσα και έναν τενεκέ ασβέστη, να βάφει ξανά και ξανά γύρω από το σπίτι, τον απόπατο, τις πέτρες και τους εξωτερικούς τοίχους. Και ο μεγάλος μας εχθρός μας επισκεπτόταν κάθε Φθινόπωρο και μας κράταγε παρέα όλο τον χειμώνα. Μέσα στο δωματιάκι έπαιρναν τη θέση τους οι κουβάδες, γιατί η στέγη έμπαζε νερά. Στη σόμπα καίγαμε ό,τι βρίσκαμε να μοιάζει σε ξύλο και η καρβουνίλα πάνω στους τοίχους ήταν μόνιμη. Όποτε σήκωνα τα μάτια μου στο φανάρι, που κρεμόταν ψηλά, έβλεπα και τον καρβουνιασμένο τοίχο. Ααχ, αυτό το φανάρι! ένας συρμάτινος σκελετός με πλέγμα ολούθε γύρω του, να μη μπαίνουν οι μύγες. Ποτέ δεν είχε μέσα του τίποτα περισσότερο από ένα ξεροκόμματο ψωμί.

Εμείς με τη σόμπα μας είμαστε πολύ τυχεροί, γιατί αντίθετα η γιαγιά Ελένη -Σμυρνιά κι αυτή- που έμενε στο δίπλα δωματιάκι προσπαθούσε να ζεσταθεί μ΄ ένα μαγκάλι που έκαιγε κάρβουνα. Το έβαζε ανάμεσα στα κοκαλιάρικα πόδια της, σχεδόν το αγκάλιαζε, άνοιγε τις παλάμες της και καθόταν εκεί με τις ώρες τα κρύα βράδια. Πολλές φορές της έκανα παρέα· καθόμουν και την χάζευα, θαυμάζοντας την ικανότητα της να κοιμάται στην καρέκλα της και να μη πέφτει ποτέ πάνω στο μαγκάλι. Παρατηρούσα την καμπουρίτσα της, τον άσπρο κότσο των μαλλιών της πιασμένο πίσω, την πολυφορεμένη μαύρη ρόμπα, και την έβλεπα να κουτουλάει πάνω από τη φωτιά, και να την παίρνει ο ύπνος, έτσι καθιστή στη καρέκλα της. Ένα πρωί, την βρήκαν πεθαμένη την κακομοίρα από τις αναθυμιάσεις του κάρβουνου. Ένα κούτσουρο μόνο του είχε έρθει η γιαγιά Ελένη από την Σμύρνη. Άφησε εκεί και άντρα και μάνα και παιδιά. Έτσι κούτσουρο έφυγε και αυτή απ΄ τη ζωή, δίπλα σ΄ ένα μαγκάλι.

Το δωματιάκι μας, τον καλό καιρό, το χώριζε από την κοινή αυλή μόνο μια κουρτίνα και στα κρύα μια σκοροφαγωμένη δίφυλλη ξύλινη πόρτα. Όλα αυτά τα δωματιάκια των προσφύγων είχαν σχηματίσει έναν μικρό οικισμό. Ήταν μακριά από τη χώρα της Χίου· δυο ώρες δρόμο με τα πόδια, αλλά με κάποιο άλογο ή κάρο κάναμε συχνά τη διαδρομή προς τα εκεί αρκετά ταχύτερα. Εγώ προσωπικά, όταν μεγάλωσα λίγο, έκανα τον δρόμο προς τη χώρα ακόμα και με τα πόδια. Άμα είσαι νέος δεν σε κρατάει τίποτα.

 

Τα ρούχα μου ποτέ δεν ήταν καταδικά μου. Έπαιρνα πάντα τα ρούχα των αδελφών μου που όταν ψήλωναν, τα ΄διναν σε μένα. Τα παπούτσια μου είχαν τόση χοντρή σόλα που δεν θα έλιωνε ούτε σε είκοσι χρόνια. Ένα σκληρό και ασήκωτο παπούτσι. Μόνιμα, χειμώνα καλοκαίρι, ντυμένος με κοντό παντελόνι γεμάτο μπαλώματα και κάλτσες που έφταναν στο γόνατο. Ντρεπόμουνα αφάνταστα με όλη αυτή την κουρελαρία που φόραγα, αλλά πριν η ντροπή βγάλει λόγια από το στόμα μου, με προλάβαινε η μάνα μου λέγοντας μου μόνιμα την ίδια φράση, «δεν έχουμε παιδί μου».

 

Είχα φτάσει πλέον έξη χρονών και είχα μια απέραντη χαρά που θα πήγαινα σχολείο, αλλά κι αυτό ξινό μου βγήκε. Ο δάσκαλος αυστηρός, μέχρι αηδίας, το ξύλο που μας έριχνε ήταν το κάτι άλλο.

«Πατέρα, αυτός ο δάσκαλος μας σακατεύει στο ξύλο», παραπονιόμουν.

«Καλά σας κάνει, έτσι θα γίνετε άνθρωποι».

Το κακό είναι ότι αυτόν τον ίδιο δάσκαλο τον είχαμε και στις τέσσερις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. Μονοτάξιο σχολείο, ένας δάσκαλος για όλες τις τάξεις… ο απόλυτος άρχοντας των ψυχών μας. Μας έκανε ανθρώπους επί τέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Πόσες φορές δεν άλλαξα την προσευχή μου, το βράδυ πριν πέσω να κοιμηθώ, μετά το «ελέησον ημάς από του πονηρού», και «να ψοφήσει ο δάσκαλος».

Ευτυχώς, μετά, που πήγα στο σχολαρχείο είχα για Διευθυντή έναν άγιο άνθρωπο που αγαπούσε τα παιδιά. Τώρα πια, μεγάλο παιδί στην τρίτη τάξη του Σχολαρχείου είμαι ο καλύτερος μαθητής. Διαβάζω ό,τι πέφτει στα χέρια μου.

«Ο γιος σου είναι καλός μαθητής, και θα σου συστήσω να τον γράψεις στο Γυμνάσιο», λέει ο Σχολάρχης στον πατέρα μου την τελευταία μέρα, πριν κλείσουμε για καλοκαίρι.

«Πολύ δύσκολο, δάσκαλε, δεν έχω τα λεφτά που χρειάζονται, έχω και άλλα στόματα να θρέψω στο σπίτι. Άσε που πρέπει να πάει να μείνει στην πόλη, και δεν έχω κάποιον συγγενή εκεί, που να μπορεί να τον φιλοξενήσει».

«Είναι κρίμα… δείχνει έξυπνος», λέει ο διευθυντής.

«Θα το σκεφτώ μέχρι να έρθει ο χειμώνας, δάσκαλε», και τον αποχαιρέτησε.

Κρυφή ελπίδα μου να πάω στο Γυμνάσιο, μια ελπίδα που ποτέ δεν έκατσε να την πιάσω, όλο μου γλίστραγε μέσα απ’ τα χέρια. Ένα από τα όνειρα που δεν μου βγήκε ποτέ αληθινό. Έμεινα με το χαρτί του Σχολαρχείου.

[1] καλό ταξίδι

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.