Μένω σπίτι…

Η σελίδα προβλήθηκε: 47 φορές

31/Μαρτίου 2020 – γράφει ο Μίλτος Μόσχος

«Μένω σπίτι…»

Τσατάλια τα νεύρα όλων εκεί μέσα. Και πριν την καραντίνα, που επιβλήθηκε τον Μάρτιο, οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι ιδανικότερες. Πολύ γκρίνια, τη θυμάμαι καλά αυτή την γκρίνια, ήταν τόσο διαχειρίσιμη, αλά τώρα με τίποτα. Μπορώ να θυμηθώ, τώρα, ότι οι περισσότερες γκρίνιες και τσακωμοί ξεπήδαγαν με αφορμές που μας έβγαζαν κάθε λίγο και λιγάκι αυτά τα κολόπ… τα παιδιά μας. Έφηβοι και οι δύο, μέσα στην τρέλα τους, μας έφερναν στο αμήν.

Έχω αρχίσει να υποψιάζομαι ότι δεν είναι δικά μου παιδιά, εκτός αν τρελάρας ήμουν και εγώ σαν έφηβος και δεν το θυμάμαι. Παιδιά που τη μια στιγμή σου λένε «πάμε» και την ακριβώς επόμενη σου λένε «άστο βαριέμαι». Πόσες φορές δεν μου ήρθε να τα πλακώσω στο ξύλο και στα καντήλια. Αλλά η φωνούλα μέσα μου, μου έλεγε: «αν αρχίσεις να τα μαλώνεις, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Θα το κάνουν πλέον επίτηδες να σου σπάνε τα νεύρα».

Ε, μ’ αυτά και μ’ εκείνα πλακωνόμουνα κι εγώ με τη γυναίκα μου. Δεν θέλαμε και πολύ, είχαμε φρακάρει από τα ατέλειωτα χρόνια έρωτα· την πίστη μου μέσα για έρωτας!

Τελικά έτσι πρέπει να έγινε, τα βλαστάρια μας τα ποτίσαμε με τη δική μας τσαντίλα. Βλαμμένα βγήκαν και αυτά, όπως και εγώ με τη μάνα τους.

Η μάνα τους! Η γυναίκα μου, δηλαδή, άλλη περίπτωση! Θες λίγο η εμμηνόπαυσή της, θές λίγο τα κιλά που πήρε εδώ και λίγα χρόνια, δε ξέρω, τι να πω!

Μέχρι που χθες μου ζήτησε μετά από -πόσος καιρός αλήθεια πάει από τότε-, χρόνια να κάνουμε… άκου τι μου είπε αδελφέ μου, να κάνουμε λέει έρωτα· πού το θυμήθηκε!

Εγώ νόμιζα ότι το μαγαζί το είχε κλείσει λόγω συνταξιοδότησης του κατόχου, αλλά να που με την καραντίνα το έβαλε και πάλι σε λειτουργία. Όλη μέρα μέσα, πόσους κεφτέδες να τηγανίσει πια! πόσα σφουγγαρίσματα να ρίξει! Ε, είπε να περάσει μισή ώρα και στο κρεβάτι. Αλλά και σε αυτή την τελευταία ελπίδα που της έμεινε λίγο πριν την τρέλα του εγκλεισμού της, λογάριαζε χωρίς τους ξενοδόχους· τους ξενοδόχους ντε, αυτά τα κολόπ…

Δεν έλεγαν να κοιμηθούν, μπαινόβγαιναν στην κουζίνα, φτιάχνανε ζελεδάκια, έμπαιναν στο δωμάτιό μας· ε, άντε τώρα εσύ να κάνεις το προπατορικό αμάρτημα με την ησυχία σου. Και μετά από τόσο καιρό που η μουρλή ξανάνοιξε το μαγαζί, έχω και τρακ, θέλω ατμόσφαιρα, προεργασία, ερωτόλογα και χέσε μέσα.

Δύο το πρωί έχει πάει και αφού δεν καταφέραμε να κτυπήσουμε τον φτερωτό· ναι αγαπητοί μου· τον φτερωτό, αυτόν τον άγγελο του έρωτα· πού στο διάβολο τον βλέπουν όλοι οι ερωτευμένοι αυτόν τον άγγελο, δεν έχω καταλάβει. Τέλος πάντων, ας έχει, αφού τον βλέπουν αυτοί, θα υπάρχει, δεν μπορεί να λένε όλοι αυτοί ψέματα, ούτε να έχουν παραισθήσεις.

«Νίτσα μου, άσε τους έρωτες και κοιμήσου. Τα κανακάρια σου δεν έχουν σκοπό να μας αφήσουν. Μπαινοβγαίνουν παντού και δεν έχω καμία όρεξη να με δουν σε στάσεις εκστασιασμού και να με πάρουν στο ψιλό. «Όπα της γέρο, ακόμα τα ξεφλουδίζεις τα φιστίκια», να μου λένε!»

Τι πλούσιο λεξιλόγιο, Θεέ μου, αυτά τα παιδιά. Άκου, φιστίκια και ξεφλούδισμα, το λένε το πήδ… τον έρωτα τέλος πάντων· τι έρωτα δηλαδή, την ερωτική πράξη ας την πούμε.

«Εγώ, τώρα θέλω, δεν μπορώ άλλο, θες να βαρέσω ενέσεις;» μου λέει. «Δέκα μέρες τώρα μαγειρεύω, δεν αντέχω άλλο, νοιώθω τα μέσα μου να φουσκώνουν, θα σκάσω».

«Τα παιδιά από δίπλα;»

«Δεν μας ακούνε, θα σκεπαστούμε και χωρίς να βγάλουμε μιλιά, στα γρήγορα».

«Ελενίτσα μου, τι στα γρήγορα; εγώ έχω ξεχάσει πώς γίνεται, πρέπει να ψάξω πάλι μέσα μου τα αρχέγονα ένστικτά μου, εγώ θέλω να γίνει της πουτ… εδώ μέσα».

«Σιγά ρε Μίμη, δεν σου είπα να κυνηγήσουμε μαϊμούδες, να πλακωθούμε είπα. Έλα, έλα… ένα στα γρήγορα τώρα που ησυχάσανε».

Και πριν προλάβω να διατυπώσω τις ενστάσεις μου, τα πέταξε όλα.

«Νίτσα! Τι κάνεις εκεί; κρατήσου παιδί μου».

«Δεν κρατιέμαι, τελείωνε, γδύσου στα γρήγορα!»

«Όλα στα γρήγορα, ξεβράκωμα! πήδημα! ε, όχι, ρε Νίτσα, εγώ θέλω να παίξω, δεν γίνονται έτσι τα πράγματα».

«Ρε τι μας λες; έχω φουντώσει, δεν το καταλαβαίνεις; δεν μπορώ, θα σκάσω, θα τρελαθώ, θέλω τώρα και άστα τα παιδιά. Μεγαλώσανε πια· και να μας ακούσουν θα μας κατανοήσουν».

Από μια μεριά, με βόλευε και εμένα το γρήγορο που μου προτείνει. Μήπως έπρεπε να το ξαναδώ; Στην επόμενη καραντίνα θα έχω την επόμενη πρόκληση. Έκανα τη καρδιά μου πέτρα και ξεκίνησα την ιεροτελεστία, ό,τι θυμόμουν βέβαια, μη ζητάτε και πολλά.

Μια πόρτα ακούγεται να σπάει, κάτι τσιρίδες της μικρής· πάει την μαχαίρωσε μου βγαίνει από το στόμα η διαπίστωση. Ο άλλος την κυνηγάει από την κουζίνα στο σαλόνι γιατί του κατανάλωσε όλα τα δεδομένα στο κινητό και τώρα αυτός δεν μπορεί να κάνει skype. Πάλι στην κρυάδα εγώ, σκεπάζομαι γρήγορα, ξεβράκωτος και καλυμμένος μέχρι τα αυτιά. Η Νίτσα κάνει πως ροχαλίζει, μήπως και ο άγιος προστάτης των ζευγαριών τα φωτίσει και δεν έλθουν προς εμάς.

Σε λίγο μου λέει με συνωμοτική φωνή: «Μίμη… ησυχία ακούω, έλα πάμε πάλι, πάμε να σε ταξιδέψω σε άλλα μέρη».

Πού να πάς μωρέ! αλλά, τελικά, κίνησα ακόμη μία φορά να πάω. Αηδία καταντάει το βλέπω, το μυρίζομαι. Πράγματι ησυχία, περίεργη διακοπή των εχθροπραξιών από δίπλα. «Λες γυναίκα να κυνηγιούνται στην αυλή;»

«Μωρέ ας πάνε και στο υπόγειο, αρκεί να φανείς εσύ άντρας».

Αμ, τι το θελες αυτό, Νίτσα μου. Τι είναι ο ανδρισμός μάτια μου! δεν έχουμε κανένα κουμπί να το πατάμε. Πώς να λειτουργήσει ο άτιμος όταν έχεις στο διπλανό δωμάτιο διαόλους! Τέλος πάντων, ας το παραβλέψω και αυτό. «Έλα Νίτσα μου, έλα να σε πάρω αγκαλιά… μωρό μου εσύ!».

Μη γελάς, φίλε αναγνώστη, αρχίζω να θυμάμαι πώς γίνεται, κουράγιο, θα σε πάω μέχρι το τέλος του ταξιδιού, θα σε ταξιδέψω και σένα.

Φευ! Ε, αγαπητέ μου, εσύ που με διαβάζεις, καλά το κατάλαβες. Ναι, εκεί έμεινα, μείναμε δηλαδή, στις αγκαλιές. Δεν μπορούσε ούτε τεχνικά ούτε με άλλο τρόπο να ανακτηθεί ο ανδρισμός μου. Η Νίτσα μου, έκανε φιλότιμες προσπάθειες· τέσσερις πήγε η ώρα, κουράστηκε η δόλια και οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αυτά του ανδρισμού και της γυναικείας φλόγας, δεν έβρισκαν κοινή πεπατημένη. Νομίζω έτσι το λένε οι πολιτικοί όταν δεν βγάζουν άκρη. «Πεπατημένη» αυτοί, «πατημένη» εγώ.

«Ρε γυναίκα, δεν τα παρατάμε για αύριο;»

«Γιατί, τι θα γίνει αύριο; θα καλέσεις ενισχύσεις;» Αυτή η ειρωνεία της με τσάκιζε. Πλακωνόμαστε γι’ αυτήν της την ειρωνεία πολλές φορές. Με μείωνε και με ειρωνευόταν όλες τις μέρες που θυμάμαι, τουλάχιστον από τον κατακλυσμό του Νώε και μετά.

«Όχι ρε Νίτσα, απλά αύριο θα σε ταξιδέψω σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Θα ξεκινήσουμε από τη σοφίτα και θα σε καταλήξω στο υπόγειο. Θα κλειστούμε μέσα και θα βγούμε όποτε τελειώσουμε αυτό -τέλος πάντων αυτό- που αρχίσαμε τώρα».

«Και τα παιδιά δεν θα σε ενοχλούν αύριο; δεν βλέπεις ότι έχουν μεταλλαχθεί σε σκυλιά; δαγκώνουν τα έπιπλα από την κλεισούρα τους».

«Θα τα πάω στης Ντίνας, να κάτσουν μαζί με τα δικά της, τα σκασμένα και μετά εμείς θα πάμε το ταξίδι μας μέχρι το υπόγειο. Μέχρι να βγει άσπρος καπνός. Ε, τι λες;». Πήγα να κλείσω την πρόταση βάζοντας τη φράση «μωρό μου», αλλά το μάζεψα. Μην αρχίσουμε τώρα και χαζά σαλιαρίσματα.

«Τι να σου πω κακομοίρη μου! μια φορά μου ήρθε και μένα, κι εσύ δεν …».

«Και τι με πέρασες, μωρή, κομπρεσέρ; να μου ρίξω καύσιμο και ν’ αρχίσω να τρυπάω;»

«Μια φορά, βρε κακόμοιρε… που αν ήταν άλλος… αυτές τις δέκα μέρες θα με είχε όλη μέρα ανάσκελα».

«Καλά, μωρή, τόσα χρόνια του είχες βάλει φερμουάρ, τώρα σου ήρθε που είμαι ψυχοπλακωμένος με την καραντίνα;»

Και καθώς ντυνόταν κάτω από τα παπλώματα, μου κάνει: «ντσ, ντσ, ντς… ταλαίπωρε!»

«Μωρή δεν πας να ………. που θα με πεις και ταλαίπωρο!»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *