Νησάκια εντέχνως ξεχασμένα

Σελίδες 118 – Διήγημα.

Δημοσιευμένο σαν e-book στην πλατφόρμα Smashwords.

Το 20% του έργου (e-book) βρίσκεται εδώ για δωρεάν διανομή.

Το σύνολο του έργου (e-book) βρίσκεται εδώ

Το δείγμα ή όλο το έργο είναι σε μορφή “pdf”, και θα σας σταλεί στο e-mail που θα δηλώσετε.

Το βιβλίο έχει αναρτηθεί σαν e-book στην πλατφόρμα Smashwords, Inc. στο link https://www.smashwords.com/books/view/908749 στο οποίο μπορεί κάποιος να κάνει προεπισκόπηση στο 20% του περιεχομένου ή να κατεβάσει στο mail του όλο το περιεχόμενο.

Τα κεφάλαια του βιβλίου:

Φάρος ΚΤ999/01

“Ανεβαίνοντας με το Λουκή και τον χωροφύλακα τα πέτρινα σκαλιά, βλέπουμε στα 300 περίπου μέτρα από μας να ορθώνεται επιβλητικά ο φάρος. Το μονοπατάκι, μας περνάει έξω από μια σπηλιά. Παρά την φούρια που μας είχε πιάσει να πάμε γρήγορα στον φάρο, με την άκρη του ματιού μας, ξεχωρίζουμε μέσα σ’ αυτήν μια σκιά. Πισωγυρίζουμε και στεκόμαστε στην είσοδο της, πολύ ήλιος έξω, σκοτάδι μέσα, και με δυσκολία ξεκαθαρίζουμε, ότι κάποιος είναι πράγματι μέσα καθιστός και κουλουριασμένος κατάχαμα… με το βλέμμα του στο πουθενά, σαν να μη μας βλέπει.

Μπαίνουμε λίγο πιο μέσα, τον πλησιάζουμε στο ένα μέτρο, τώρα βλέπουμε καλύτερα, δεν ξαφνιάζεται καθόλου, τουλάχιστον όσο ξαφνιαστήκαμε εμείς, μοιάζει να ταξιδεύει πέρα… στο πουθενά. Είναι χωμένος σ’ ένα στρατιωτικό αμπέχονο, και η χούφτα του δεξιού του χεριού βαστάει χαλαρά τη λαβή ενός σουγιά.

Το πρόσωπό του τραχύ, αξύριστο για μέρες, και τα ξανθά του μαλλιά μπερδεμένα…η πρώτη μου σκέψη… τσοπάνης απ’ αυτούς που έχουν τα κατσίκια τους εδώ στο ξερονήσι θα ‘ναι, και έχει σταθεί να ξαποστάσει. Σ’ αυτό το ξερονήσι υπάρχουν γίδια που βόσκουν ελεύθερα, αλλά οι τσοπαναραίοι δεν έμεναν μαζί τους, τ’ άφηναν μόνα τους και έφευγαν. Ούτε είδαμε καμιά βάρκα εκεί που δέσαμε και εμείς. Άρα;!… από πού βρέθηκε αυτός;

Δεν μπορεί να μη μας έχει δει!… αλλά δεν αντιδρά… κουφός; ή στραβός;…κι’ αυτός ο σουγιάς; βρε μήπως;…

Τον πλησιάζουμε ακόμη περισσότερο, χαμηλώνουμε να τον δούμε καλύτερα. Τώρα είμαστε στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτόν.

Γυρνάει το κεφάλι του προς εμάς.

Θεέ μου! τώρα από κοντά βλέπουμε ένα παιδικό πρόσωπο. Το μέτωπό του αυλακωμένο από ρυτίδες που κάνει κάποιος όταν σφίγγεται, τα μάτια πυρακτωμένα, από αϋπνία;… από κλάμα;…κι ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ…γεμάτο απορία, πόνο, φόβο, παραίτηση; …όλα, να καθρεφτίζονται μέσ’ τα μάτια του, πολύ… μα πολύ έντονα!

Το κοιτάζουμε σαστισμένοι… σαλεμένο;… αν όχι, τι…;

Δεν ξέρουμε ποιο είναι, ούτε και γιατί βρίσκεται εδώ, δεν περιμέναμε να βρούμε ένα παιδί μέσα σε μια σπηλιά.

Ολόκληρο το σώμα του τρέμει, σαν να το τρώει ψηλός πυρετός.

Κάτι θέλει να μας πει, προσπαθεί να μας μιλήσει, αλλά δεν βγαίνει λέξη από το στόμα του, με το που πάει να μιλήσει, κάτι σαν λυγμός του κόβει τη μιλιά, και σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, τα μάτια του βουρκώνουν.

Και όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να βγάλει λέξη, κατεβάζει το κεφάλι προς το χώμα, κοιτάει ανάμεσα στα πόδια του, κουνάει ελαφρά το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, ανήμπορος, που δεν μπορεί να μιλήσει.

Σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια οι καρποί των χεριών του κάνουν μια ελαφριά περιστροφή, σαν να λέει «δεν μπορώ, τι να κάνω;», και σε κάθε τέτοια περιστροφή των καρπών του, να ξεχωρίζουμε την γυαλάδα της λάμας του σουγιά

Σαν να θέλει να μας πει να μη τον ενοχλούμε, σαν να μας λέει ξεχάστε το, αφήστε με ήσυχο, αφήστε με στην τρέλα μου, δεν μπορώ να μιλήσω!

Προσπάθησε πέντε-έξη φορές να μας μιλήσει, δεν τα καταφέρνει, και εντελώς αναπάντεχα βγάζει ένα ανατριχιαστικό κλάμα, που μας τρόμαξε. Το στήθος του τραντάζεται. Κλάμα και ουρλιαχτό μαζί, βγαίνει από το στόμα του.

Κλαίει και τραντάζεται ολόκληρος.

Έτσι που είναι κατάχαμα, ανοίγει απότομα τα χέρια του και τα τεντώνει προς εμάς. Από τη δεξιά του φούχτα, βλέπουμε την προέκταση του σουγιά.

Από ένστικτο πεταγόμαστε όρθιοι, και κάνουμε ένα βήμα πίσω.

Δεν κάνει καμιά προσπάθεια να σηκωθεί, δεν έχει το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του, καθιστός προσπαθεί να μας πιάσει;…να μας αγκαλιάσει;….να μας καρφώσει;

Ο σουγιάς του είναι μια απειλή για μας. Αργότερα καταλάβαμε ότι ήθελε να μας αγκαλιάσει, αυτό ζήταγε το κακόμοιρο το παιδί.

Φοβόμαστε όμως, και μάλιστα πολύ.

Εγώ προσωπικά δεν έχω αντιμετωπίσει ξανά τέτοια κατάσταση στην ζωή μου.

Γρυλίζει σαν σκυλί χτυπημένο, του τρέχουν τα σάλια κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του.

Το προσωπάκι του μας κοιτάει κατάματα, ζητά να τον βοηθήσουμε, μας ικετεύει.

Τραβηχτήκαμε ακόμα πιο πίσω, αυτό να κλαίει και να μας κοιτάει, τα χέρια του σε απόγνωση ανοιχτά, σαν σε ικεσία, σαν να θέλει να μας πιάσει, κι’ εμείς τα μάτια μας, να τάχουμε καρφωμένα στον απειλητικό σουγιά.

Ευτυχώς που είχε έρθει ο Λουκής μαζί μου, γιατί εγώ δεν θα τα κατάφερνα.

* * *

Βγαίνουμε πάλι στην αυλή, πατάμε πάνω σε θρύμματα τζαμιών.

Σηκώνουμε το κεφάλι, από πάνω μας χάσκει το κουφάρι του φάρου, και τότε καταλαβαίνουμε, ότι αυτά τα τζάμια έπεσαν από εκεί.

Πηγαίνουμε και πάλι πιο κοντά, στον νεκρό άντρα, τον παρατηρούμε, δεν μπορεί να το πιστέψει ανθρώπινος νους.

Η μια πλευρά του κορμιού, καρβουνιασμένη. Δεν έφτανε που του άνοιξε το κεφάλι στα δύο, αλλά προσπάθησε και να τον κάψει.

Ετοιμασίες για το φευγιό

Την πήραμε την Ευλογία

Προς το Νησάκι

Στο Νησάκι

Να προλάβεις την Αποθαλασσιά

Το Καφενείο της Φάβας

Ακόμα ένας αποκλεισμός

Επιτέλους η λύτρωση

Καταφθάνει η Εξουσία

Πάρτες μωρή πουτάνα

Πόρισμα Λιμεναρχείου

Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε για να δείξει την κατάσταση που επικρατεί σε κάποιες απομονωμένες περιοχές της χώρας και ειδικά τις νησιωτικές, της εποχής του ’80-’85.

Έχω την υποψία, ότι ακόμη και τώρα, η κατάσταση εκεί, κάπως έτσι θα είναι ακόμα.

Βουτάμε έναν αστυνόμο, έναν τεχνικό, έναν δάσκαλο που μόλις έχουν αποφοιτήσει από τις σχολές τους, και τους βαφτίζουμε άρχοντες των νησιών-χωριών.

Τους αμολάμε σε ένα τόπο εξορίας, και τους λέμε καθίστε εδώ, κάντε ό,τι κατεβάσει ο νους σας, και σε 2,3,4,5 χρόνια θα σας αλλάξουμε με έναν άλλο, εξ’ ίσου άπειρο να συνεχίσει το έργο σας.

Εκατοντάδες μικρά νησάκια, εκατοντάδες και τα προβλήματα, που έχουν να κάνουν με την καθημερινή ζωή των κατοίκων τους. Απλά πράγματα, που χρειάζεται ο κάθε άνθρωπος, γι’ αυτούς είναι ακατόρθωτα. Δεν μιλάμε για γιατρό που δεν υπάρχει, μιλάμε για τηλέφωνο, ρεύμα, δρομολόγια πλοίων, και μια τεράστια αδιαφορία για το αν αυτοί οι άνθρωποι ζουν ή πεθαίνουν κάθε μέρα.

Και στη μέση όλων αυτών, ένας Αθηναίος της Τηλεφωνικής, που η κακιά του μοίρα τον έριξε εκεί να υπηρετεί. Έστελναν ανθρώπους, έτσι, γιατί έπρεπε να καλύψουν το κενό, σε αυτό το νησί χωρίς να νοιαστούν για το αν αυτοί οι άνθρωποι έχουν την πείρα να βαστήξουν το νησί όρθιο. Από αυτά που του συνέβαιναν κάθε μέρα στην προσπάθεια του να φανεί χρήσιμος, του δημιουργήθηκε μια αποστροφή για τέτοια μέρη, έβριζε όλη μέρα για την τύχη του, έψαχνε τρόπο να φύγει από κει.

Κάθε μέρα κοίταζε το πέλαγος προς την άλλη άκρη, εκεί που υπήρχε τέλος πάντων κάποιος καλύτερος τρόπος ζωής.

Του δώσανε προίκα ένα νησί με αρκετό κόσμο πάνω του, και ένα ακόμα νησάκι με καμιά 100αριά κατοίκους, που αυτό το νησάκι είχε ακόμα ένα άλλο νησάκι που ζούσαν, όλοι και όλοι 2 άνθρωποι και κάποια κατσίκια.

Έβριζε τον τόπο που τον ρίξανε χωρίς αλεξίπτωτο, ενώ ο τόπος δεν του έφταιγε σε τίποτα, είναι πανέμορφος, αλλά άμα είσαι με το κεφάλι στον βόθρο, δεν έχεις την ωριμότητα να τα δεις αυτά. Να φύγεις θέλεις, το ταχύτερο δυνατόν.

Μια συνηθισμένη λοιπόν μέρα, με τα συνηθισμένα προβλήματα που παρουσιάζονται από τον καιρό, που ξαφνικά τον πιάνει ο διάολος.

Συνηθισμένα προβλήματα για τα πολιτισμένα μέρη, για το νησάκι όμως, αυτά τα συνηθισμένα σημαίνουν μια βδομάδα απομόνωση από όλους τους άλλους.

Ένα νησάκι σκέτη βαρκούλα, μέσα σε ένα ανταριασμένο πέλαγος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *