Ξεκίνησε!

Το ταξίδι ξεκίνησε ήδη.
Ένας γύρος στην Ελλάδα, εκεί όπου πάντα το μυαλό του, έβοσκε και είναι για πάντα κολλημένο σ’ αυτήν.
Αποφάσισε τον πρώτο σταθμό να τον κάνει στην ίσως πιο ωραία πόλη της Ελλάδας και ίσως στην πιο Ιστορική. Σίγουρα πάντως για την ομορφιά της δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι και η πρώτη.

Νέος ακόμα, με όνειρα για τη ζωή και τώρα, νάτον βρίσκεται εκεί για να βυζάξει κάθε της στιγμή και να μυρίσει κάθε ανάσα.
Βρήκε και τη παλιά παρέα τον Νίκο τον ψηλό, τον Γιώργο σοβαρό παιδί πάντα, τον Αριστείδη πολύ ουδέτερο άτομο, τον Στάθη μια από τι πιο μεγάλες αφασίες που έχει συναντήσει ποτέ του, τον Δημήτρη με την Γερμανιδούλα φιλενάδα του και πολλούς ακόμα. Τα περισσότερα ονόματα από την παλιά παρέα ήδη τα έχει ξεχάσει αλλά τις φάτσες τους ποτέ. Σαν να ήταν χθες. Εξ’ άλλου πέρασαν τόσο καιρό μαζί και έκαναν τόσες πολλές μαλακίες, πάλι μαζί.
Μυσταγωγία τα φαγοπότια τους στις ταβέρνες της πόλης και των γύρω χωριών. Τους ενώνει μια φιλία, η συναδελφικότητα, και κάποιες φορές οι κοινές τους γκόμενες.
Εκεί τα κορίτσια είναι πιο εύκολα – όχι στο κρεβάτι – αλλά στις σχέσεις. Έχουν το σύνδρομο της φυγής. Να φύγουν, αρκεί να φύγουν, και νάρθουν οπουδήποτε αλλού. Και νόμιζε ότι αυτή η νοοτροπία των κοριτσιών της επαρχιακής πόλης είχε ξεφτίσει, αλλά λάθος εκτίμηση του.

Ε, όχι ακόμα συνεχίζει να καίει σαν φωτιά τα σωθικά της πόλης, την κατασπαράζει, της στερεί τα νειάτα της. Αδειάζουν οι επαρχίες από κοπέλες, οι άντρες ψάχνουν να βρουν γυναίκα να κάνουν οικογένεια και τελικά καταλήγουν μπακούρια – όπως τα 3 αδέλφια που μένουν από πάνω του, όλοι ανύπαντροι και γύρω στα 40 με 50 ετών – ή με καμιά από τις πρώην χώρες του “υπαρκτού” Σοσιαλισμού.
Να φύγουν λοιπόν, να πάνε αλλού, με κάποιον ξένο, ηρεμήστε ρε κορίτσια, για τ’ όνομα του Θεού!
Την πρώτη προτίμηση έχουν οι στρατιωτικοί. Δε πανάχουν ένα σωρό μεταθέσεις σε κάθε κατσάβραχο της χώρας, αρκεί να φύγουν μαζί τους.
Και οι υπάλληλοι των Τραπεζών έχουν καλή βαθμολογία – αν και αυτό με τους Τραπεζικούς, ποτέ δεν το κατάλαβα – μια ζωή μουντρούχηδες μέσα σε κολόχαρτα είναι βουτηγμένοι να μετράνε το επιτόκιο και να ψάχνουν να βρουν πελάτες, να φέρουν τα λεφτά τους στο μαγαζάκι. Σιγά την δουλειά και την υπόσταση που έχουν. Τέλος πάντων, βίτσια είναι αυτά.

Άντε τελείωνε με τις σκέψεις σου, φωνάζει ο Νίκος, ξεκινάμε.
Περνάνε κάθε μέρα απ΄τα μέρη που από παλιά συχνάζανε, άλλα στέκια έχουν κλείσει, άλλοι έχουν πεθάνει, κάποιοι είναι εκεί στις επάλξεις και πολεμάνε να σπρώξουν τους δείκτες του ρολογιού για να τους φτάσουν εκεί που λέει “σύνταξη”. Βιάζονται οι βλαμένοι να πεθάνουν, γιατί τι άλλο είναι η σύνταξη;
Πώς να περάσει μια ζωή ο συνταξιούχος;
Κατ’ αρχάς αν κάτσει σπίτι, έχει τον κίνδυνο να πλέκει με βελονάκι παρέα με την μεστή πια σύζυγο ή να ανακατεύει καμιά φασολάδα.
Ξυπνάς στις 9, σέρνεσαι μέχρι το καφενείο, πιάνεις την πρέφα, το μεσημέρι γυρνάς με το ζόρι στην πρώην Θεά σου – Θεές στην αρχή του γάμου, με κάτι ρόμπες κυκλοφορούν τώρα μέσα στα δωμάτια – ξαπλώνεις το μεσημέρι να φάς ακόμα λίγες ώρες από το ρολόι της ζωής σου – παρ’ όλο που βγήκε σε σύνταξη, ακόμα με αυτό το ρημάδι ασχολείται, παλεύει ακόμα με τους δείκτες και με το γύρισμα τους – μόνο που τώρα τους δείκτες δεν τους πάει μπροστά προς την σύνταξη, προσπαθεί να τους γυρίσει προς τα πίσω, αλλά έλα που δεν έχει πια τη δύναμη ούτε να σφιχτεί γιατί θα του ανέβει η πίεση; Έλα που η κίνηση των δεικτών προς τα πίσω θέλει πολλά κότσια και οι δύστυχοι συνταξιούχοι δεν διαθέτουν!
Αχ, ρε Ερρίκο τι την ήθελες την σύνταξη; Ζωή είναι αυτή;
Καλά δεν ήσουνα τόσα χρόνια στο μαγαζί του πατέρα σου, με τα κομπολογάκια, τις κορνιζόύλες, τα χαλάκια, τους καθρέφτες με τα “Καλημέρα σας”, τα αγάλματα με τους αρχαίους;
Θυμάσαι που καμάκωνες τους τουρίστες στην πόρτα του μαγαζιού, μπας και τους ξεγελάσεις και τους βάλεις μέσα;
– Άμα τους βάλω μέσα, δεν μου την γλυτώνουν, κάτι θα αγοράσουν

Περάσαμε και από το μπαρ του Θαλή, αλλά και αυτό είχε αλλάξει χρήση. Εκεί τρώγαμε τις καλύτερες ποικιλίες ψαρικών. Ο Θαλής έβαζε τις ιστορίες και η Ελενίτσα, η γυναίκα του, το ψήσιμο. Εκεί τρώγαμε όλα μας τα λεφτά και στο βάθος ακούγονταν και τα τραγούδια της Μελίνας.
Μας έδειχνε και τις ιστορικές φωτογραφίες από διάσημους, που είχαν περάσει από το “Μοναστήρι” του – έτσι τόλεγε ο αθεόφοβος.
Ούτε τον Θαλή τον βρήκαμε, όσο και αν ψάξαμε.
Κάπου στην Αργεντινή, μας είπαν, ότι είναι . Παράτησε την γυναίκα του για την Ιλέ μια Λατίνα, που είχε για σερβιτόρα. Πώς να μείνει ο μπαγάσας με την Ελενίτσα. με τι προσόντα η Ελενίτσα θα τον βάσταγε κοντά της;
Και μιλάμε τώρα για τον Θαλή, πρώην ναυτικό, είχε παλέψει με τον Χάρο σε όλες τις Θάλασσες και τον είχε ξεγελάσει. Είχε δώσει τον λόγο του στον χάρο ότι θα “κάτσει” να τον πάρει στο επόμενο ταξίδι, με το επόμενο σκυλοκάραβο, στο επόμενο λιμάνι, όλο τούδινε τον λόγο του και όλο τον ξεγέλαγε.
Τελευταίο μπάρκο του, ένα σαπάκι με τσιμέντο από Χιλή για Βραζιλία. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα έφτανε στο λιμάνι, το σαπάκι διαλυόταν από τα τεράστια κύματα, έφευγαν μία-μία οι λαμαρίνες του.
Τότε τον ξανάδε πάνω στο κατάρτι, μαυροντυμένο με το δρεπάνι στο χέρι, σαν να τούλεγε, ότι έφτασε η ώρα να ξεπληρώσει την υπόσχεση του, που είχε δώσει τόσες φορές και ποτέ δεν κράταγε.
Και ενώ όλοι σταυροκοπιούνταν, ενώ όλοι έσφιγγαν τα σωσίβια πιο δυνατά πάνω τους, αυτός ο αθεόφοβος ο Θαλής φώναζε, “ρε πούστη Χάρο, άσε με να φτάσω μέχρι την Βραζιλία και στο υπόσχομαι για τελευταία φορά, θέλω να δω για τελευταία φορά την Βραζιλιάνα πουτανίτσα μου και εκεί που θα είμαι πάνω της, έλα και πάρε με, ρε πούστη, δεν σου ζητάω να με αφήσεις να πάω στην Εκκλησία, στα μέρη σου θέλω να πάω, εκεί που βασιλεύει η αμαρτία, στα δικά σου στέκια θα είμαι, εκεί κανονίζεις εσύ και όχι ο Θεός, στο υπόσχομαι, ρε πούστη”.

– Όλοι σκέφτονταν τις γυναίκες τους, και εσύ βρε αλήτη την πουτανίτσα σκεφτόσουν, η φωνή της Ελενίτσας από τον πάγκο.
– Γυναίκα, τώρα μιλάμε για αγώνα που δίνουν οι άντρες με τον Χάρο, δεν μιλάμε για καρυδόπιτα με μαχλέπι, η απάντηση του Θαλή.
– Και… κρεμόντουσαν όλοι από τα χείλη του, είχαν απογειωθεί, δεν πατούσανε στη Γη, είχε σηκωθεί η τρίχα τους κάγκελο, και… τι έγινε;
– Τι και, ρε μαλάκες; Δε με βλέπετε τώρα μπροστά σας; Έχω ξεκόψει από τα κολοκάραβα τόσα χρόνια, δεν καταλάβατε τίποτα απ’ όσα σας είπα;
– Ρε τι έγινε με το καράβι, μας λες ότι διαλυόταν.
– Μάγκες, του την έπαιξα για ακόμη μια φορά του Χαρούλη. Πιάσαμε λιμάνι με τη βοήθεια ρυμουλκών. Μόλις κατέβηκα, τόπαιξα Μουσουλμάνος, έγλειφα το χώμα και έκλαιγα, ποιός; εγώ που δεν καταλάβαινα τίποτα, είδα τον Χριστό φαντάρο.
– Και πήγες ρε κολόπαιδο κατ’ ευθείαν στην Βραζιλιάνα να ξεχαρμανιάσεις!
– Όχι μαλάκες, εξαφανίστηκα, κατ’ ευθείαν στο αεροδρόμιο πήγα. Πού να τολμήσω να πάω στην Βραζιλιάνα; Του είχα πει να έρθει να με βρει εκεί. Που ξέρω εγώ, αν ο πούστης δεν μου την είχε στήσει εκεί, στο κρεβάτι της από κάτω, περιμένοντας την ιερή στιγμή της απόλαυσης, να μου κόψει την ζωή;
– Άλλο πράγμα έπρεπε να σου κόψει, η φωνή της Ελενίτσας πάλι, που σίγουρα αυτή την ιστορία την είχε ακούσει πάρα πολλές φορές.
Μόνο σε αυτούς, την είχε πει καμιά δεκαριά φορές.
Του άρεσε και αυτουνού και αυτωνών. Τελετουργικό το είχαν κάνει.
Από την μια ο θεόρατος Θέμης, κάτι τους θύμιζε από Ποσειδώνα και από την άλλη ο χλεμπονιάρης ο Χάρος. Απίθανη κόντρα.
– Και μετά από όλα αυτά ρε Θέμη, κατάντησες εδώ να τσιγαρίζεις ρέγγες;
– Κολόπαιδα γαρίδες σας ταϊζω, όχι ρέγγες, άει στο διάολο κολόπαιδα και εσείς.
Τέλος παράστασης, όλοι μας ευτυχισμένοι, ο Θέμης που τον ξεγέλασε, η Ελενίτσα που είχε μείνει να χτενίζει τα κέρατα στο κεφάλι της – αλλά χαλάλι του, έλεγε, έτσι είναι οι ναυτικοί – και εμείς που ζήσαμε σε ακόμα μια μονομαχία ανάμεσα σε σάπια καράβια, πουτανίτσες, λιμάνια εξωτικά, και τσιμέντα, πολλά τσιμέντα ρε παιδί μου!

Που λέτε, πολύ λίγη η Ελενίτσα για τον Θαλή μπροστά στην Ίλε. Αυτή είχε προσόντα Βραζιλιάνικα. Τεράστια σκληρά βυζιά, ένα Ελβετικό σοκολατί χρώμα επιδερμίδας που ζαλιζόσουνα όταν το έβλεπες, κάτι δόντια κάτασπρα. Η Ελενίτσα μόνο γαρίδες για το μαγαζί, όλη μέρα γαρίδες, κάθε μέρα σαγανάκια, τι να σου κάνει και ο Θαλής;
Μπούχτισε, πήγαινε στην τουαλέτα και έβγαζε γαριδέλαιο, έλεος πια.
Α, ρε Θαλή, χαλάλι σου και η Βραζιλιάνα, και όλη η Λατινική Αμερική, ήσουν πολύ ωραίος.

– Μάγκες αύριο πάμε Θέατρο, τέλος και δεν θέλω να ακούσω κουβέντα γιατί θα αρχίσω να επιβάλλω ποινές η φωνή του Γιωργάκη που τους επανέφερε στο σήμερα.
Θα πηγαίνανε στο Θέατρο, να το ξαναδούνε για χιλιοστή φορά, λες και υπάρχει περίπτωση να έχει αλλάξει κάτι.
Οι άλλοι έφυγαν νωρίς με το αυτοκίνητό τους και αυτός θα πήγαινε με το ΚΤΕΛ.
Και εκεί που δεν το περίμενε, νάσου ο διάολος, ντυμένοθς οπτασία. Τρικλίζοντας κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός σε γυναικεία έκδοση. Κοίταγε σαν χαζή γύρω της. Πώς κατεβαίνουν οι βλάχες στην Αθήνα και παθαίνουν πλάκα από τον κόσμο και την κίνηση; κάτι τέτοιο της έφερνε.
Η Ζέτα μας, τελικά ούτε βλαχάρα ήταν, ούτε μεθυσμένη. Απλά, είχε κάτι πάνω της, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Κάτι στην κίνηση, κάτι στην ομιλία, κάτι περίεργο, που ποτέ δεν κατάφερε να προσδιορίσει.
Αυτή η περιέργεια να παρατηρεί και να αναλύει κάθε κίνηση, ντύσιμο, ομιλία, μορφασμό των ανθρώπων που είναι γύρω του, τον έφαγε τον μαλάκα.
Λίγο τον πείραζε αυτό το ιδιότροπο στυλ της Θεάς. Αυτός άλλο έβαλε στο μυαλό του και από το αποτέλεσμα τελικά αποδείχτηκε, ότι ήταν πολύ εύκολο. Η κουβέντα στήθηκε αμέσως, η κοπέλα ήταν πολύ φιλική, έψαχνε να πάει σε κάποιο χωριό, που αυτός δεν το είχε ξανακούσει, αλλά τέτοια ώρα που έφτασε στο ΚΤΕΛ το μοναδικό δρομολόγιο προς το χωριό είχε φύγει, οπότε αναγκαστικά θα έμενε στην πόλη μέχρι το επόμενο πρωί.
Θεϊκό δώρο, δε μπορείς να πεις, η Θεία πρόνοια δούλεψε και πάλι, κανείς τελικά δεν χάνεται.
Τι θα έκανε όλη μέρα σε μια πόλη ξένη η κοπέλα;
Τι καλύτερο, από το να την περάσει μαζί του, να της δείξει – τι να της δείξει μωρέ, μαλακίες λέμε τώρα – αυτός είχε το μυαλό του να την ρίξει, όχι να της δείξει. Το πράγμα δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου δύσκολο. Ότι της έλεγε, αυτή συμφωνούσε, ακόμα και στην πρόσκληση να πάει στο σπίτι του για βράδυ δεν είπε όχι, έτσι για τα μάτια του κόσμου βρε αδελφέ.
Κόντεψε να πιστέψει ο άμοιρος, ότι είναι και πολύ παίδαρος που την έριξε έτσι εύκολα.
Οι άλλοι που είχαν πάει στο Θέατρο;
Που περίμεναν;
Καλά,,,
Σιγά μη σκεφτεί το Θέατρο, έτσι και αλλιώς θα τον δικαιολογούσαν αν τους έλεγε την περίπτωση της Θεάς. Θα τον κατανοούσαν, άντρες και αυτοί, ξέρεις τώρα, μη σου πω ότι θα ζήλευαν κιόλας.

Γύρω από έναν καφέ, στο λιμάνι το επόμενο πρωί όλοι οι θεατρόφιλοι φίλοι να έχουν βάλει στη μέση τον μαλάκα που τους έστησε. Και αυτός να εξιστορεί την ιστορία με την Ζέτα και να μη μπορεί να αρθρώσει μια πρόταση χωρίς να γελάει. ασταμάτητα, να τους λέει φάσεις με την Θεά και να ξεσκίζονται στα γέλια, να τους τα λέει, και ν’ ακούς από τους άλλους:
– “όχι ρε πούστη μου!”,
– “έλα ρε μαλάκα, γίνονται τέτοια πράγματα!”,
και οι ιστορίες και τα γέλια να έρχονται καταπάνω τους σαν ξέφρενη νταλίκα να τους πλακώνουν και να λένε
– “καλά ρε μαλάκα, σε τρόφιμο τρελοκομείου έπεσες!”
‘Ηταν το πιο γελαδερό κρεβάτι που είχε κάνει, για άλλου είδους παιχνίδια πήγαινε και αυτός έκανε γελωτοθεραπεία.
Ακόμα περιμένετε να μάθετε για το Θέατρο;
Πάει αυτό, τόχασε για μια Ζέτα, δε βαριέσαι το Θέατρο το είχε δει τόσες φορές, την Ζέτα μόνο μία.
Τέτοια μούρλια κουβάλαγε, που όταν χώρισαν, δεν τόλμησε να της ζητήσει ούτε το τηλέφωνό της, μακρυά και αλάργα.

Ο Στάθης είχε καλέσει στον πρωϊνό καφέ και το Λιτσάκι, παλιά φίλη της παρέας. Είναι εκείνο που λέγαμε για τις κοινές γκόμενες.
Μικροκαμωμένη και όλο μπρίο, έκατσε ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Νίκο.
Η πρώτη ερώτηση στο αυτί της Λίτσας μόλις έκατσε, από τον Νίκο.
– Μωρή είσαι ακόμα παρθένα και έτοιμη για γάμο;
Έμεινε το Λιτσάκι με το στόμα ανοικτό.
– Τι είναι αυτά που ρωτάς ρε μαλάκα; του λέει.
Η ιστορία με το Λιτσάκι ήταν πολύ απλή. Τα είχε και με τον Νίκο και μ’αυτόν, όχι ταυτόχρονα, αλλά στην φάση που και αυτή έψαχνε διαδοχικά ποιός άντρας θα της κάτσει, έπρεπε να δοκιμάσει και με του δύο. όχι τίποτα σοβαρά πράγματα, και αυτή και αυτοί οι δύο τόξεραν, ότι πέρναγαν την ώρα τους.
Το Λιτσάκι είχε αρχές, τους τις είχε πει καθαρά. Α, όλα κι’ όλα, πρώτα η Ηθική.
– Θέλω να φτάσω στον γάμο μου παρθένα, η επαρχία δεν είναι Αθήνα, εδώ μετράει πολύ η παρθενιά. Και οι δυό τους το είχαν κατανοήσει, την είχαν δικαιολογήσει και το σέβονταν.
Αλλά έλα που η άτιμη φύση φιάχτηκε για παιχνίδια!
Και το Λιτσάκι ήταν παιχνιδιάρικο. Και έπαιξε σύμφωνα με τυς κανόνες της.
Αυτό της θύμισε ο Νίκος, με την ερώτηση που της έκανε κοντά στο αυτί, ψιθυριστά, γιατί αυτά τα πράγματα δεν λέγονται μπροστά σε όλους, ήταν δικό τους μυστικό και έμεινε δικό τους. Οι άλλοι δεν ήξεραν τίποτα.
Η Λίτσα τελικά τους είπε, ότι τα κατάφερε να φτάσει στον γάμο της άσπιλη και αμόλυντη. Παντρεύτηκε κάποιον που δούλευε στο εργοστάσιο ντομάτας, ένας γάμος ήσυχος και όπως όλοι οι περισσότεροι γάμοι της επαρχίας.
Ο άντρας της είχε να το λέει, ότι βρήκε και παντρεύτηκε γυναίκα που δεν την είχε ακουμπήσει κανείς άλλος αρσενικός. Άστον να το πιστεύει, είπε στον Νίκο.
Ο Νίκος όμως το πήγε πιο πέρα.
– Αφού τώρα δεν υπάρχει πρόβλημα παρθενιάς, αφού την βεβαίωση την έχεις πάρει “δόξη και τιμή”, δεν χρειάζεται να χαθούμε, μπορούμε να ξαναπαίξουμε.
– Θα δούμε, του λέει και ένα τσαχπίνικο χαμογελάκι φώτισε τον καφενέ.
Οπότε αν στις επόμενες γραμμές δείτε να λείπει το όνομα του Νίκου, θα καταλάβετε αν το Λιτσάκι έδωσε υποσχετική με ή χωρίς αντίκρυσμα.

Η επόμενη μέρα ξεκίνησε με έναν αχόρταγο ήλιο να καίει τις σάρκες τους, οπότε μια βόλτα στην τεράστια παραλία της πόλης, 10 λεπτά απόσταση, είναι απαραίτητη. Εκεί γίνονται οι καλύτερες φάσεις για τους ρέμπελους της παλιοπαρέας. Εκεί χτίζονται οι ηλιοκαμένες κορμάρες τους, ανάμεσα σε ένα αλλόκοτο πλήθος από χοντρές, σκελετωμένες και ελπιδοφόρες δεσποσύνες της πόλης. Τσούρμο και τα πιτσιρίκια.. Τσιρίδες παντού, κεφτέδες να πηγαινοέρχονται μέχρι σφαλιάρες να πέφτουν που δεν ακούν και κάνουν ότι θέλουν. Κεφτές και σφαλιάρα, το πιο αποδοτικό μέσο για την χειραγώγηση των παιδιών.
Κατά το σούρουπο όταν πια οι κανίβαλοι έχουν φύγει, οι γριές τα έχουν παίξει από το ολοήμερο πάρτυ της παραλίας, οι καλονές έχουν πάει σπίτια τους να πασαλειφτούν με τα έξτρα σπέσιαλ λάδια ενυδάτωσης και οι αντρούκλες τους ρίχνουν τα ζάρια στα μπαλκόνια με την απαραίτητη συνοδεία μπύρας, μένουν στην παραλία πολλά, μα πάρα πολλά αυτοκίνητα. Θα θαυμάσουν το σούρουπο μαζί με τις παλιές και εφήμερες υπάρξεις τους. Λυπάμαι μόνο αυτούς που έχουν μικρά αυτοκινητάκια. θα δώσουν μάχη με την θέση του οδηγού που δεν πάει πιο πίσω και τον λεβιέ ταχυτήτων. να ακόμα ένας λόγος που τα αυτόματα αυτοκίνητα έχουν πέραση. Οι κατασκευαστές πρόβλεψαν και ικανοποίησαν το σπορ της παραλίας, αφαίρεσαν τον λεβιέ και έτσι το παιχνίδι μέσα στην νύκτα, γίνεται πιο αποδοτικό.
Έχει νυκτώσει πλέον για τα καλά, έχει πάει 11 και κάτι.
Κάτω από το πεύκο έχει ξεμείνει ένα μικρό φιατάκι, από κείνα τα παλιά, τα μικρούτσικα.
Πριν λίγη ώρα είχε πιάσει ένας τοπικός σεισμός με επίκεντρο πάνω ακριβώς σε αυτό το φιατάκι. Είχανε κάτσει όλοι μαζί και στοιχιματίζανε πόση διάρεκια θα έχει αυτός ο σεισμός.
Εντάξει, δεν ήταν στιγμιαίος αλλά ούτε και διαρκείας. Όλοι τους κατάληξαν ότι η διάρκεια του σεισμού ήταν ικανοποιητική, μέσα στα όρια του ανθρώπινου.

Επόμενο στοίχημα η παρέα, έβαλε για την ηλικία των σεισμοπαθών.
Και νάσου τα αποκαλυπτήρια, και οι δυό τους γύρω στα 24, ψηλός αυτός, κοντούλα εκείνη.
Αυτή μια χαρά στεκόταν, ο άλλος είχε ένα πρόβλημα δυσκαμψίας, ο λεβιές που λέγαμε.
– Βγήκαν για κατούρημα λέει ο Γιώργος, όχι κολλήσαν στην άμμο και βγήκαν να σπρώξουν ο Αριστείδης.
Ήταν έτοιμοι να ρίξουν ένα ακόμη στοίχημα, αλλά καλά που δεν το προχωρήσανε. Ο τύπος σκυφτός να προσπαθεί να τραβήξει την θέση του οδηγού στην θέση του. Αγκομαχούσε, ίδρωνε αυτός, και η πιτσιρίκα…
– Θεέ μου είναι αργά, θα με σκοτώσει ο πατέρας μου.
Αυτός να έχει βάλει κόντρα τα πόδια του και να σπρώχνει τη θέση προς τα πίσω, και αυτή ακούνητη.
Τέτοια εξέλιξη δεν την είχαμε στο πλάνο. Ποιός τον χέζει τον λεβιέ, η θέση κόλλησε μπροστά, κάτω από το τιμόνι, η πλάτη πεσμένη λες και ε’ιχε σπάσει πίσω, να ακουμπάει στο πίσω κάθισμα και αυτός να ρίχνει τα καντήλια της ζωής του.
– Άντε, βάλε δύναμη, μα τι έπαθε η θέση; η τσιριχτή της φωνούλα.
– Δε βλέπεις μωρέ που κόλλησε, τι σκατά να κάνω;

– Ρε σεις πάμε να τον βοηθήσουμε.
Είπε κάποιος τους, στους υπόλοιπους, αλλά γρήγορα το βούλωσε μόλις είδε τα άγρια βλέματα των άλλων.

– Όχι ρε πούστη μου, γαμώ την ατυχία μου, θα με σκοτώσει ο πατέρας μου, τέτοια ώρα, η φωνούλα είχε γίνει τώρα πιο απαιτητική και αυτός να φτύνει το γάλα τη μάνας του και να σπρώχνει, να σπρώχνει, να σπρώχνει.

Ξυνό, σου βγήκε αγόρι μου, τι την ήθελες την γκόμενα και το φιατάκι; εμείς που τις καλούμε σπίτι μας, μαλάκες είμαστε;
Πρέπει να είχε πάει 12 παρά 10, όταν τελικά η θέση είχε πάει λίγο πιο πίσω, ίσα-ίσα που χωρέσαν να μπουν τα πόδια του και να μπορέσει όπως – όπως να γυρίσει την παρθενόπη στην πόλη πριν την σκοτώσει ο μπαμπάς.
Τότε όλη παρέα με μεγάλη σοβαρότητα, εξετάζοντας σφαιρικά το θέμα, πήρε ομόφωνη απόφαση. Η μαλακία είναι προτιμότερη.
Το φιατάκι έφυγε σπινιάροντας μπροστά τους σε απόσταση αναπνοής, οπότε τα διδάγματα της νύκτας εκείνης έγιναν πλέον κτήμα τους.

Επόμενη στάση το κρεβάτι τους και γρήγορα. Η επόμενη μέρα αποφασίστηκε να είναι επίσκεψη στο Αρχαιολογικό μουσείο.
– Ξεφτίλα ρε μαλάκες, τόσα χρόνια ζήσαμε στην πόλη, και δεν έχουμε πάει ούτε μια φορά, ξεφτίλα και δεν άφησε περιθώρια για αμφισβήτηση, ο Στάθης.
– Τι φταίμε εμείς ρε, ας βάλουν έφορο στο μουσείο κανένα τριαντάρικο να πάμε.
– Η κυριούλα που είναι τώρα εκεί σαν έφορος, την έχει ξεχάσει και ο Θεός και πολλοί άλλοι.
– Ποιοί άλλοι, ρε συ;
– Οι άντρες. Βάζω στοίχημα ότι θα πηγαίνει σε όλες τις Βαπτίσεις αγοριών, το μόνο γυμνό αντρικό σώμα που θα βλέπει πια.
– Κρίμα ρε συ, και υποτίθεται ότι ο Θεός, μας έδωσε τα “πλούτη” μας για να τα χαιρόμαστε.
– Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή; Τι θα του πεις του Δημιουργού όταν σε ρωτήσει, “πες μου πώς χρησιμοποίησες τα νειάτα σου”;

Μιλάμε ότι 12 και μισή έξω από το μπακάλικο του Αρτέμη – γνωστού απατεώνα, πουλούσε ο αλήτης την σιτεμένη φέτα στον στρατό – αυτοί είχαν πιάσει το νόημα της ζωής, άρχισαν διάλογο με τον επουράνιο Πατέρα, και αποφάνθηκαν, ότι ο Καζαντζάκης είχε πει την μεγαλύτερη αλήθεια.
– Είναι μέγα αμάρτημα να αφήνεις τις γυναίκες ανικανοποίητες, μίλησε και ο κοντός της παρέας.
– Τότε να πας εσύ ρε να εφαρμόσεις το ρητό του Καζαντζάκη με την έφορο, ρε μαλάκα!

Μιλάμε για επίπεδο υψηλό, ανάλογο με την αξιοπιστία μιας μισομεθυσμένης από τις μπύρες παρέας, που πριν λίγη ώρα, έγινε μάρτυρας των ανθρώπινων παθών και λαθών μέσα σε ένα φιατάκι.
Πρέπει να τους συντάραξε το θέαμα, να σπρώχνει ο ένας και η άλλη να του τα πρήζει με τον πατέρα της.

– Μαλάκες, έχω την εντύπωση ότι η κουβέντα έχει πέσει πολύ χαμηλά, αντέστε στο διάολο και πάμε να κοιμηθούμε, άντε να σπάει η παρέα, κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια, μαζευόμαστε σαν τα πρεζόνια έξω από κλειστά μαγαζιά και λέμε ότι μαλακία κατέβει του καθενός. Ρεμάλια, ε, ρεμάλια.
– Δε ξέρω τι λέτε εσείς αλλά εγώ έχω να κάνω μια δουλειά με την Μαρία, με περιμένει σπίτι και μου έχει πει ότι σήμερα θα με κερνάει όλο το βράδυ ταχινόσουπα, αμόλησε και ο Νίκος.
Το πιάσαν όλοι το υπονοούμενο, όλοι μπακούρια πλην ενός που θα βγάλει ασπροπρόσωπο τον μέγα Κρητικό διαλογιστή Καζαντζάκη.
Το κλεδί στην πόρτα, μπήκε τη στιγμή που χτύπαγε το ρολόϊ από την εκκλησία. 1 το πρωί ακριβώς, την ώρα των φαντασμάτων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *