ο Θείος μου ο τσιγκούνης

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Ροβέρτος Μαγκαφούνας. Εκεί γύρω στα ογδόντα πέντε, τα μαλλιά του τα ‘χει χάσει από τα πενήντα. Παλιός οδηγός στα τραίνα.

Μάτια μεγάλα μπιρμπιλωτά. Το ένα μάτι του δεν πρέπει να βλέπει καθόλου, και μάλιστα φεύγει λίγο από τη θέση του. Μύτη γαμψή σαν του γερακιού. Δόντια ούτε για δείγμα. Η κοιλίτσα, την βλέπεις ότι, έχει φουσκώσει λίγο.

Μονίμως με ένα ξεφτιλέ κοντό παντελόνι και μια αθλητική φανέλα.

Στα πόδια του σπάνια μπαίνει παπούτσι· μόνο σαγιονάρες. Τα νύχια των ποδιών του έχουν γίνει σκληρά σαν του κατσικιού· πριονοκορδέλα θέλουν να κοπούν.

Έχει τρία παιδιά, τη γυναίκα του την έστειλε πριν μερικά χρόνια.

Φίλο δεν έχει κανέναν, ποιος θα κάνει φίλο του έναν τέτοιο σπασίκλα;

Οι σημαντικές στιγμές στη ζωή του ήταν: όταν του κόψαν την επιδότηση ενοικίου. Στην κυριολεξία του ανέβηκε η πίεση και του κληρώθηκε ένα μικρό εγκεφαλικό. Όλα τα άλλα που έγιναν στη ζωή του τα πέρασε αβρόχοις ποσίν.

Όταν θα ανοίξει η κουρτίνα της αυλαίας, το ξέρω ότι θα δω μια καρέκλα στην οποία θα κάθεται ο θείος μου και αφού ακούσει τα κουσούρια που του έχω μαζέψει, το πιο πιθανό είναι να με βρίσει.

Ο θείος μου, ένα μάτσο από καλά και κακά.

Τα κακά του

Πρώτον, καλοπερασάκιαςΤο ρολόι δεν προλάβαινε να κτυπήσει 8 το πρωί, και ήδη δρασκέλιζε την πόρτα του διαμερίσματος του για την καθημερινή του βόλτα. Δεν χρειαζόταν να πάει κάπου, αλλά έπρεπε· δεν τον κράταγε ο τόπος, ήταν του έξω, το ίδιο και η μάνα του το ίδιο και η αδελφή του. Το DNA της μάνας είχε μεταβιβαστεί ατόφιο και σε αυτόν.

Αλλά πού να πάω σήμερα;

Δε περνάω από το super market, εκείνο το απόμερο της πόλης, να δω αν υπάρχει κάτι φτηνό να αγοράσω;

Τώρα μη φανταστείς ότι έψαχνε γάλα και γιαούρτι, πράγματα πολύ βασικά στη διατροφή των ηλικιωμένων. Κανένα μεζεκλίκι έψαχνε. Ήταν καλοφαγάς. Του αρέσαν τα τηγανιτά, τα λουκάνικα, τα ψητά ψαράκια και τα μπριζολάκια.

Δεύτερον, έχεζε τους πάντες… Χεσμένους, ξεχεσμένους τους είχε τους γιατρούς, αλλά χεζόταν αυτός απάνω του, μόλις του τύχαινε κάτι, και έτρεχε σαν δαιμονισμένος για τη βοήθεια τους. Εντάξει, τον πονούσε το δεκάρικο που τους έδινε για την επίσκεψη, αλλά και τι να κάνει; Βλέπεις, είχε εκείνη την καταραμένη αρρυθμία στη καρδιά του, που τον παίδευε από τα νιάτα του και ανάμεσα σε κομμένες αναπνοές έλεγε: «μα να πειράζουν τόσο πολύ τα λιπαρά;»

Αγκομαχώντας περπάταγε, αλλά τελικά πάντα κατάφερνε να γυρίσει στο ορμητήριο του, στο σπίτι του, απ’ όπου σαν πειρατής, με το που έμπαινε μέσα σχεδίαζε την επόμενη καταδρομική του ενέργεια. Μόλις που προλάβαινε να βάλει το μηχάνημα να δουλέψει και να του δώσει λίγο οξυγόνο.

«Βρε θα μείνεις στον δρόμο. Δεν βλέπεις ότι κάθε δέκα μέτρα αγκαλιάζεις κολώνες να μη πέσεις κάτω;»

Τρίτον, τσιγγούναρος… Δεν άκουγε ούτε τα παιδιά του. Χεσμένα τα είχε και αυτά.

Το μηχάνημα που του έδινε το απαραίτητο οξυγόνο στοίχιζε πολύ. Κάθε έξι μήνες ήθελε συντήρηση.

Κάποιοι διάλογοί του:

«Ρε δε πάτε να χεστείτε που θα σας δίνω εγώ κάθε έξη μήνες πενήντα ευρω για συντήρηση! Τι είναι τα ευρω μου;… φυστίκια;»

«Μπαμπά το σωληνάκι θέλει αλλαγή κάθε κάποιους μήνες, … μαζεύει μικρόβια θα πάθεις καμιά λοίμωξη».

«Σιγά μωρέ, αφού το πλένω με νερό», Επτανήσιος γαρ και βέρος τσιγκούναρος.

«Σωληνάκι αλλαγή; συντήρηση του μηχανήματος; δεν είστε καλά ρε, … τα λεφτά δεν τα έχω για πέταμα».

Για φαΐ δεν πλήρωνε, προτιμούσε την τράκα στα παιδιά του.

Ρούχα δεν έβαζε να πλύνει από τότε που μόνος του, επίτηδες, χάλασε το πλυντήριο· τα έπλενε το παιδί του.

Θερμοσίφωνα δεν άναβε παρά μια φορά τον μήνα.

«Και πολύ είναι μια φορά τον μήνα, έλεγε. Παλιότερα οι άνθρωποι έκαναν συχνότερα μπάνιο;»

Όταν κάποιο από τα παιδιά του έκανε το φρικτό λάθος, να ανάψει θερμοσίφωνα να του κάνει καμιά δουλειά στο σπίτι, καθόταν και κοίταγε τον πίνακα της ΔΕΗ, και ξεροστάλιαζε, βλέποντας τον δείκτη του ρολογιού να τρέχει ασταμάτητα σαν άτι.

Περάσαν 5 λεπτά, ο θερμοσίφωνας!

Περάσαν 10 λεπτά, ο θερμοσίφωνας!

Περάσαν 20 λεπτά, ο θερμοσίφωνας!

Για αγορά ρούχου, δεν το συζητάμε, το τελευταίο ρούχο παίζει να το είχε αγοράσει από τότε που ήταν σαράντα χρονών. Από εκεί και μετά, τον έντυνε ο άγιος Παντελεήμονας.

Τέταρτον, περνιόταν για αθάνατος…Τι πλήρωνε από την σύνταξη; ένα νοίκι και αυτό αρκετά μικρό. Τα υπόλοιπα λεφτά; αποκούμπι, για τα γεράματα.

Νόμιζε ότι τα γεράματα θα έρθουν μετά από εκατό χρόνια, και μάζευε συνεχώς, και δεν ξόδευε τίποτα περιττό. Αν μπορούσε να κάνει τράκα για μια τυρόπιτα, την έκανε πολύ ευχαρίστως.

«Τώρα είναι τα γεράματα μπαμπά, δεν έχει άλλα γεράματα αργότερα».

«Τι λες μωρέ, εγώ είμαι γέρος; Εγώ γυρνάω όλη τη πόλη κάθε μέρα με τα πόδια. Το ξέρεις ότι πάω στο super market που είναι στην άκρη της πόλης με τα πόδια και γυρνάω;»

«Και γιατί πας τόσο μακριά, ενώ το super market είναι δίπλα σου;»

«Εκεί βρίσκω φτηνότερο το σαλάμι, ένα ολόκληρο ευρω».

«Ναι, μόνο που εκείνο που βρίσκεις φτηνότερο είναι από το Κατμαντού με κρέας ποντικού, και αυτό που βρίσκεις ακριβότερο είναι από γουρούνι Ελληνικό».

«Μαλακίες είναι αυτά, … τι θες να πεις; ότι οι άλλοι έχουν κακή ποιότητα;

Όλα ίδια είναι!»

Πέμπτον, κεφάλι σαν ποντιακό… αγύριστο… αν του έμπαινε κάποια ιδέα στο κεφάλι δεν επρόκειτο να τη βγάλει, ακόμα και αν του έπαιρναν τη ζωή.

Έκτον, έβριζε όλη μέρα Παναγίες και Χριστούς… τις γειτόνισσες τις παρακολουθούσε όλη μέρα πίσω από τις κουρτίνες και όλες «πουτάνες» τις ανέβαζε και τις κατέβαζε, εκτός από αυτές που του έδιναν κανένα μεζέ όταν έφτιαχναν μεζεκλίκια. Αλλά τις Κυριακές κοινωνούσε αδιάλειπτα. Και ήταν πολύ θρήσκος. Και έδειχνε ένα καλοκάγαθο γεροντάκι.

Τα καλά του

Πρώτον, ήταν άριστος οικονομολόγος … Είχε διατυπώσει από τα νιάτα του μια πρωτοποριακή οικονομική θεωρία.

Πάντα χρώσταγε, ποτέ δεν του χρωστάγανε! Δεν ήταν ότι χρώσταγε επειδή τάχα δεν του έφτανε η σύνταξη. Όχι, … χρώσταγε από άποψη. Η θεωρία του εφαρμοζόταν τέλεια στα μαγαζιά της γειτονιάς.

Σκεφτόταν…«αν χρωστάω και τύχει να πεθάνω ξαφνικά, θα γλιτώσω τα χρωστούμενα».

στον χασάπη…

«Κώστα, κόψε, ρε αγόρι, τρία μπριζολάκια και στα πληρώνω μόλις πληρωθώ».

«Εντάξει κυρ-Λάμπρο, και του τα πακετάριζε ο χασάπης».

«Εντάξει … τώρα που τα λέμε, ο χασάπης είναι νέο παιδί … και δεν έχει πολλές πιθανότητες να τα τινάξει, απ’ όσες έχω εγώ, … αλλά βρε παιδί μου … πού ξέρεις τι γίνεται; … δε βλέπεις κάθε μέρα πόσα νέα παιδιά πάνε άκλαφτα; Περνάς τον δρόμο, περνά και ένα μηχανάκι, και τσουπ … πάει το παληκάρι στον άγιο Πέτρο! Εντάξει … δεν λέω το παιδί να φύγει … κρίμα είναι… αλλά αν φύγει … λέω … αν … εγώ τα τρία μπριζολάκια θα τα έχω κέρδος».

στον νοικοκύρη του σπιτιού…

Το νοίκι έπρεπε να το πληρώνει το πολύ μέχρι τις τρεις του κάθε μήνα. Το πλήρωνε πάντα μετά τις δεκαπέντε.

Έλεγε: «Αν τους το πληρώσω από τις δύο-τρεις του μήνα και τα τινάξω πριν κλείσει ο μήνας, τότε θα τους έχω πληρώσω ολόκληρο μήνα, ενώ εγώ θα έχω κάνει χρήση μόνο μερικές μέρες. Εντάξει και στις δεκαπέντε που τους πληρώνω, πάλι ρισκάρω, αλλά τουλάχιστον παίζω με πιθανότητες 50-50. Έχω ήδη περάσει τις πρώτες δεκαπέντε μέρες στο τσάμπα. Κανονικά θα έπρεπε να ψηφιστεί ένας νόμος, που να κάνουμε χρήση του σπιτιού για έναν μήνα και στο τέλος, αν ζούμε ακόμα, να το πληρώνουμε, όχι κύριε να σε πληρώνω εγώ από την αρχή του μήνα, χωρίς να ξέρω αν θα ζήσω όλο τον μήνα. Αλλά τι περιμένεις από πουλημένα τομάρια πολιτικούς!»

στο νοσοκομείο…

«Τρέξτε παιδιά! Πονάω, δεν μπορώ να αναπνεύσω! Φωνάξτε ασθενοφόρο!»

Οι συνηθισμένες κρίσεις στα πνευμόνια του.

Μπήκε, τον πλακώσαν στους ορούς, του ρίξαν και μερικά καραφάκια αντιβιοτικού και γεμάτος ζωντάνια κάποιες μέρες μετά ετοιμάστηκε για το εξιτήριο από το Νοσοκομείο.

Εμ, εδώ είναι που του το χάλασαν οι γιατροί.

«Κύριε Λάμπρο, από δω και πέρα θα έχεις μόνιμα δίπλα σου αυτή τη συσκευή που θα σου δίνει οξυγόνο».

«Εντάξει γιατρέ, να φωνάξω τα παιδιά μου να την κουβαλήσουν».

«Τι να κουβαλήσουν κύριε Λάμπρο; … αυτή η συσκευή είναι του Νοσοκομείου, δεν την παίρνει ο ασθενής μαζί του όταν βγαίνει. Εσύ θα αγοράσεις μια καινούργια, θα σου γράψουμε μια συνταγή και θα την αγοράσεις».

 Εμ, γιατρουδάκο μου, για το τέλος μου φίλαγες το χειρότερο.

Αν είναι να το αγοράσουμε το μηχάνημα, χέσε με!

Και γιατί πλήρωνα τόσα χρόνια εισφορές; για να έρθεις τώρα στα γεράματα μου, να μου πεις να αγοράσω συσκευή;

Τώρα; που δεν έχω να φάω; που δεν μου περισσεύει φράγκο; τώρα που είμαι πάμπτωχος;

«Μπαμπά, κόφτο, … διαβάζω τι σκέφτεσαι, σε έχω μάθει από την καλή και την ανάποδη, κόψε πια τις κλάψες, παίρνεις σύνταξη … γι’ αυτό την παίρνεις βρε στραβόξυλο, τι να πουν άλλοι άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε;»

«Ε, καλά μωρέ, δεν είπα τίποτα σπουδαίο, να την αγοράσω … ναι … εγώ … εγώ να σου δώσω τώρα λεφτά να πας να μου την αγοράσεις».

«Δώσε!»

«Ε, … ναι, να σου δώσω, γιατί όχι;»

«Δώσε ντε, … βγάλε το χέρι σου από την τσέπη και δώσε!»

«Ε, ναι, … γιατί; … είπα εγώ να μη σου δώσω; θα σου δώσω».

«Δώσε λοιπόν!» και η φωνή του παιδιού του ακούστηκε μέχρι την κάτω ρούγα, «δεν θα με τρελάνεις εσύ! δώσε! Βγάλε το ρημάδι από την τσέπη και δώσε μου!»

Άνθρωπος που πάσχει από οξείες επιπλοκές οικονομικής ανακατανομής και καθέτου παραγωγής του πλούτου, εν μέσω παγκοσμιοποίησης του εργατικού προτσές.

 Σκηνές απείρου κάλους και οικονομικής ανακατανομής του χρήματος. Το ρημάδι το χέρι πάντα έμπλεκε μέσα στην τσέπη και δεν έλεγε να βγει, και όταν αποφάσιζε να βγει μαζί με το πενηντάρικο, δειλά – δειλά, να γρατζουνίζεται η καρδιά του, να του κόβεται η ψυχή φέτες.

 

Η αυλαία ανοίγει στις είκοσι του οποιουδήποτε μήνα, τότε δηλαδή, που του έχει τελειώσει και η σύνταξη.

Ο χώρος είναι σε αυτό το ΚΑΠΗ που βρίσκεται πολύ μακριά από το σπίτι του, εκεί δηλαδή που ο καφές είναι δωρεάν και όχι στο κοντινό του που το χρεώνουν πενήντα λεπτά.

Τον βλέπω στην καρέκλα με ορό στα χέρια, μάσκα οξυγόνο στο πρόσωπο. Κοντανασαίνει με ρόγχο. Ο γιατρός, πριν ξεκινήσει η παρούσα έκθεση, του έδινε δέκα λεπτά ζωής. Τώρα που φτάσαμε να ανοίξουμε την αυλαία, έχουμε ήδη καταναλώσει τα οκτώ λεπτά από τη ζωή του. Του μένουν ακόμα δύο λεπτά να πει τα τελευταία λόγια του…

Σκύβω κοντά στο στόμα του να ξεχωρίσω τις λέξεις και τους φθόγγους.

«Όχι, ρε, δεν θα σας κάνω τη χάρη να σας θάψω.

Φεύγω πρώτος.

Αποφάσισα να πεθάνω πριν από σας, γιατί αν πεθάνω μετά από σας, θα πρέπει να πληρώσω εγώ τα έξοδα της κηδείας σας.

Πεθαίνοντας πριν από σας, θα μου μείνουν μερικά φράγκα για τα γεράματά μου.

Πληρώστε τώρα τον πεθαμενατζή, κορόιδα».

ΥΓ Σας έχω όλους χεσμένους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.