Παράλληλοι κόσμοι

γράφει ο Μίλτος Μόσχος


8 Σεπτεμβρίου 2019

Βόρεια προάστια της Αθήνας, Φεβρουάριος 2021, στα γραφεία της θεατρικής ομάδας «Δρώμενα και άλλα τινά».

Πάνω σε ένα τραπέζι κάθεται ο σκηνοθέτης της ομάδας, ένα νέο παιδί των είκοσι πέντε χρονών. Γύρω από το μεγάλο τραπέζι κάθονται όλα τα παιδιά της θεατρικής ομάδας.

«Θέλω να σας πω, ποιο έργο θα ανεβάσουμε φέτος. Θέλετε να μάθετε;» τους ρωτά.

«Και βέβαια θέλουμε», του λένε όλοι, και αρχίζουν να πέφτουν στο τραπέζι οι τίτλοι έργων, που ο καθένας μέσα στην ταλεντάρα του, θα ήθελε πριν πεθάνει να έχει ερμηνεύσει τουλάχιστον τον κεντρικό ήρωα ενός εκάστου.

«Ωραία, φέτος θα παίξουμε Μπρέχτ», τους λέει.

«Τον κύκλο με την κιμωλία.

Έργο με πολλές δυσκολίες για πολύ καλούς ερμηνευτές».

«Ωωωω», ανοίξαν όλοι το στόμα τους· έβγαλαν αυτό το «Ωωωω» και δεν έλεγαν να το κλείσουν. Πέρασαν πάνω από τρία λεπτά και αυτοί έκαναν ακόμα «Ωωωω».

«Πετάγομαι επάνω, εντάξει ρε καλόπαιδα, μας δείξατε πόσο πολύ σας αρέσει το έργο, κλείστε τώρα το ρημάδι σας, σαν Καραγκιόζηδες κάνετε», τους λέω.

Γέλια ακατάσχετα ακούγονται από τη Στάσα· γέλια μέχρι δακρύων.

Παρασύρονται και οι άλλοι, αρχίζουν να γελάνε, ακούγονται δυνατά τα χάχανά τους.

Πετάγομαι επάνω σαν να πάτησα νάρκη, είναι πέντε το απόγευμα. Το χέρι μου είναι πλακωμένο από το σώμα μου και έχει μουδιάσει. Το σεντόνι ακόμα μια φορά μέσα στον ιδρώτα. Αϊ στο διάβολο μ΄ αυτή την κολοζέστη, δεν μπορώ να κοιμηθώ μια στάλα.

Στο άλλο δωμάτιο, οι δύο κόρες μου με δύο φίλες τους έχουν τρελαθεί να γελάνε. Τις κοιτάω.

Βρε σεις, πιο σιγά δεν μπορείτε να κάνετε; κοιμόμουνα.

Η μια κόρη προσπαθεί μέσα σε χάχανα να μου εξηγήσει τι είπε η άλλη, αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα. Οι άλλες τρεις έχουν πέσει κάτω και βαστάνε τις κοιλιές τους από τα γέλια.

Πάω στην κουζίνα, φτιάχνω ένα φραπέ, σκέφτομαι αυτό που είδα και χαμογελάω. Μπρέχτ! Καλά· ανέβηκε η ομάδα. Λες να θέλει -μετά τους «Δώδεκα ενόρκους», μετά την «Λοκαντιέρα», μετά τον περσινό Σαίξπηρ- να κάνει τέτοιο ποιοτικό άλμα ο σκηνοθέτης μας;

Και τα κωλόπαιδα, με αυτό το «Ωωωω» με τα τεράστια στόματα που άνοιξαν. Μια ζωή όλα τα παίρνουν στην πλάκα. Αυτός που έκανε το πιο μακρόσυρτο «Ωωω» ήταν ο κοτσιδιάκιας.

Στρίβω ένα τσιγάρο, το ανάβω, τραβάω από το ράφι της κουζίνας την εφημερίδα που αγόρασα το πρωί. Ξεκινάω από πάνω – πάνω. Τίτλος: το «Βήμα της Ελλάδας», από κάτω φιγουράρει η ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου 2019.

Αύριο, Δευτέρα, έχουμε και πρόβα, στις 8 η ώρα στα γραφεία του «Δρώμενα και άλλα τινά».

9 Σεπτεμβρίου 2019, Δευτέρα

Κάνουμε τις ασκήσεις αναπνοής, τους αυτοσχεδιασμούς και τα άλλα που χρειάζονται για να στηνόμαστε όπως πρέπει στη σκηνή. Και φυσικά, είναι πολύ νωρίς για να έχει διαλέξει ο σκηνοθέτης έργο. Συνήθως, μας το ανακοινώνει γύρω στον Δεκέμβρη. Μπρέχτ και μαλακίες· μας βλέπω φέτος με καμιά ελληνική κωμωδία. Δεν νομίζω ότι θα διακινδυνεύσει να παίξει δύσκολο έργο.

9 Δεκεμβρίου 2019

Στα γραφεία του «Δρώμενα και άλλα τινά», μια ακόμα πρόβα ξεκινάει.

«Για ελάτε να κάτσουμε εδώ στο τραπέζι, που σας θέλω», λέει ο σκηνοθέτης.

Αφού καθίσαμε όλοι, μας λέει:

«Ωραία, φέτος θα παίξουμε Μπρέχτ.

Τον κύκλο με την κιμωλία.

Έργο με πολλές δυσκολίες για πολύ καλούς ερμηνευτές».

 

Ώπα! στάσου, αυτό κάπου το έχω ξανακούσει.

Μα ναι, πριν τρεις μήνες ένα μεσημέρι στον ύπνο μου άκουσα αυτά τα ίδια λόγια. Είδα την ίδια εικόνα, με τον σκηνοθέτη να κάθεται στον πάγκο και όλοι οι υπόλοιποι γύρω από το τραπέζι. Εντάξει δεν θυμάμαι αν καθόταν στο ίδιο σημείο η Βαρβάρα, ούτε εάν ο Αντώνης φόραγε τα ίδια ρούχα· στα όνειρα δεν είναι πάντα όλα πολύ καθαρά. Υπάρχουν και όνειρα πολύ ζωντανά, αλλά σε αυτό που είδα εγώ, τα λόγια μπόρεσα να τα σταντάρω.

Τι να έγινε άραγε στις 8 Σεπτεμβρίου του 2019, εκείνο το μεσημέρι που άκουσα τα ίδια λόγια, με αυτά που λέει τώρα ο σκηνοθέτης, και ενώ σήμερα είμαστε τρεις μήνες αργότερα, δηλαδή το ημερολόγιο «το δικό μας» γράφει, 9 Δεκεμβρίου 2019;

Πώς γίνεται εγώ να ακούω τα ίδια λόγια; μόνο σύμπτωση δεν μπορείς να το πεις.

Και αν δεν είναι σύμπτωση, τότε τι είναι;

Μια υποψία καρφώνεται στο μυαλό μου, που δεν την εξωτερικεύω σε κανέναν, εκτός από τη Στάσα. Κάποτε, είχαμε μιλήσει για ένα παρόμοιο περιστατικό που της είχε συμβεί, όταν ήταν μαθήτρια.

Τι μου είχε πει:

«Ήμουν 15 χρονών· βλέπω σε όνειρο ότι κάποιος κτυπά την πόρτα. Σηκώνομαι, ανοίγω και βλέπω μια συμμαθήτρια μου να μου λέει ότι είχε μεθύσει και, μόλις τώρα γυρνάει από το Νοσοκομείο, όπου της έκαναν ένεση καφεΐνης για να ξεμεθύσει».

Την επόμενη μέρα, η Στάσα, της το αφηγείται και γελάνε μαζί με τα χαζοόνειρα.

Δύο χρόνια μετά, το σχολείο πάει πενθήμερη εκδρομή. Στο ίδιο δωμάτιο μένουν τέσσερις μαθήτριες, εκ των οποίων οι δύο είναι η Στάσα και η συμμαθήτριά της, που πριν δύο χρόνια είχε εμφανιστεί στον ύπνο της.

Κτυπάει η πόρτα. Ακούει το τακ-τακ της πόρτας μόνο η Στάσα· οι άλλες δύο συμμαθήτριες κοιμόντουσαν βαριά.

Ανοίγει την πόρτα, και βλέπει την τέταρτη συμμαθήτρια του δωματίου να της λέει ότι μέθυσε και την είχαν πάει στο Νοσοκομείο, όπου της έκαναν ένεση καφεΐνης να ξεμεθύσει.

Δυο χρόνια μετά, έγινε ακριβώς η ίδια στιχομυθία με αυτήν που είχε ακούσει σε ένα όνειρό της.

Γι΄ αυτό διάλεξα τη Στάσα, να της το πω και να δώσουμε μια εξήγηση.

Φυσικά εξήγηση δεν δώσαμε, αλλά πήραμε τουλάχιστον κάποιες σαφείς ενδείξεις.

Πηγαίνοντάς την στο σπίτι της, ανοίξαμε την κουβέντα.

 

– Παράλληλα πράγματα, Μανώλη, μου είπε αμέσως, χωρίς να το πολυσκεφτεί.

– Ποια και πόσα είναι αυτά τα παράλληλα;

– Δεν ξέρω, αλλά οι ενδείξεις μας λένε ότι είναι τουλάχιστον δύο. Το ένα είναι αυτό, που τώρα αυτή τη στιγμή μιλάμε και δρούμε, το «δικό μας», ας πούμε.

– Και το άλλο;

– Το άλλο είναι «των άλλων». Ζούμε και στα δύο, παράλληλα, εμείς οι ίδιοι άνθρωποι, φοράμε τα ίδια ρούχα, λέμε τα ίδια πράγματα και κάνουμε ακριβώς την ίδια ζωή και στα δύο.

– Και γιατί γίνεται αυτό;

– Δεν το ξέρω, δεν μπορώ να το εξηγήσω· διαπιστώσεις κάνω, ξεκινώντας από το αποτέλεσμα και πηγαίνοντας προς τα πίσω.

– Ποιο είναι το «αποτέλεσμα» και ποιο το «πίσω»;

– Το αποτέλεσμα είναι τα λόγια που άκουσες από το στόμα του σκηνοθέτη. Για πρώτη φορά τα άκουσες «στο άλλο», που έζησες μέσα σε όνειρο πριν τρεις μήνες.

Για δεύτερη φορά τα άκουσες στο «δικό μας», σήμερα, αλλά με τρεις μήνες καθυστέρηση ή μάλλον χρονοκαθυστέρηση η μία φορά από την άλλη, μου λέει.

– Δηλαδή, της λέω, αν εγώ σκότωνα σήμερα τον σκηνοθέτη, ή τον έστελνα στο νοσοκομείο με μια μπουνιά, δεν θα είχε την δυνατότητα να πει τα ίδια λόγια που άκουσα σε εκείνο «το άλλο» πριν τρεις μήνες.

– Λάθος! Αν του έριχνες σήμερα μια μπουνιά –ναι μεν δεν θα έλεγε για το καινούργιο έργο- αλλά σίγουρα θα του είχες ρίξει μπουνιά και σε εκείνο «το άλλο». Οπότε και πάλι θα είμαστε στα ίδια.

Δηλαδή, δεν θα είχες ακούσει ούτε τότε ούτε τώρα τα λόγια αυτά. Και στο «δικό μας» και «στο άλλο» κάνουμε, ή αμελούμε να κάνουμε, τα ίδια ακριβώς πράγματα. Θα πούμε τα ίδια ακριβώς λόγια. Δεν γίνεται να κάνεις διαφορετικά πράγματα. Το «δικό μας» είναι πιστό αντίγραφο «του άλλου».

– Ωραία, ας δεχτώ την ένδειξή σου. Δηλαδή έχω μια μαντική ικανότητα να προβλέπω τι θα πει ο σκηνοθέτης μας, στην περίπτωσή μας. Ή αύριο, αν δω ένα άλλο όνειρο, θα περιμένω να συμβεί σε κάποιους μήνες αυτό που είδα στον ύπνο μου;

– Λάθος! Είσαι τόσο μάντης -που σου έτυχε να δεις κάτι που έγινε πραγματικότητα- όσο και εγώ που δεν είδα κάτι σχετικό. Δεν έχεις μαντικές ικανότητες. Απλά -όταν βρέθηκες σε αυτό το «άλλο»- έτυχε να δεις καθαρά και να ακούσεις κάτι που έβγαζε νόημα. Θα μπορούσες να έβλεπες κάτι ή να άκουγες κάτι, που δεν θα έβγαζες νόημα, δεν θα ήταν λογικό, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα όνειρα που βλέπουμε, και στην ουσία είναι ακατανόητα και τα ξεχνάμε πολύ γρήγορα. Μη μου πεις ότι κάθε όνειρο που βλέπεις, μετά από καιρό γίνεται πραγματικότητα!

– Όχι, όχι βέβαια, τα περισσότερα είναι τόσο μπερδεμένα που δεν καταλαβαίνω τι βλέπω και τι ακούω. Για παράδειγμα στο όνειρο άκουγα κάτι επιφωνήματα από τα παιδιά· του στυλ «Ωωωω». Αυτά τα επιφωνήματα δεν τα άκουσα σήμερα. Ήταν κωμική σκηνή. Έκαναν σαν χάχες, σαν παιδιά που έπαιζαν. Αλλά σήμερα δεν έγινε αυτό το χαχανητό, παρά μόνο τα λόγια του σκηνοθέτη.

– Ακριβώς! Μερικά όνειρα ίσως αποδειχτούν προφητικά, αλλά προς Θεού, δεν είμαστε προφήτες. Απλά, βλέπουμε κάποια πράγματα, και ζούμε κάποιες φορές σε αυτό «το άλλο», που τελικά είναι το αντίγραφο του «δικού μας». Είπαμε, σε αυτά τα δύο συμβαίνουν τα ίδια πράγματα ακριβώς.

– Δηλαδή, εγώ είδα και άκουσα -σε όνειρο, μέσα σε αυτό «το άλλο»- κάποιες φράσεις. Αυτές οι ίδιες επαναλήφθηκαν και στο «δικό μας». Τις ξανά άκουσα λοιπόν με χρονοκαθυστέρηση τριών μηνών.

– Ακριβώς! Αυτά τα γεγονότα τα είδες και τα άκουσες σε αυτό «το άλλο». Αφού τα είδες «εκεί», στα σίγουρα θα τα δεις και στο «εδώ». Είπαμε, ότι και «το δικό μας» και «το άλλο» είναι πιστά αντίγραφα, απλά συμβαίνουν με μια καθυστέρηση «στο δικό μας», όπως διαπίστωσες και συ σήμερα.

– Δηλαδή μιλάμε για πεπρωμένο;

– Όχι, προς Θεού! μη τα μπλέκεις. Αυτά που άκουσες «στο άλλο» τα είπε ο σκηνοθέτης γιατί ήθελε να τα πει· δεν τα είπε γιατί το όρισε η μοίρα. Απλά, αυτά του τα λόγια εμφανίστηκαν «στο δικό μας» με χρονοκαθυστέρηση.

– Και γιατί να υπάρχει αυτή η χρονοκαθυστέρηση; γιατί να μη προηγούνται τα γεγονότα «στο δικό» μας και να έπονται «στο άλλο»;

– Και αυτό θα μπορούσε να γίνει. Αυτά που λέμε εμείς αυτή τη στιγμή, μπορεί να τα δεις μετά από πέντε χρόνια μέσα σε ένα όνειρο, μέσα σε ένα «άλλο». Τότε το «δικό μας» προηγείται και εκείνο «το άλλο» θα έπεται. Συμβαίνει συχνά αυτό στα όνειρά μας, να βλέπουμε φάσεις που έγιναν κάποτε στο «δικό μας». Βέβαια, το πιο συναρπαστικό είναι να βλέπεις πράγματα από το μέλλον και όχι από το παρελθόν. Του παρελθόντος ήδη τα ξέρουμε, δεν έχουν ενδιαφέρον· τα του μέλλοντος έχουν την πλάκα τους.

– Δηλαδή, θες να πεις ότι έχουμε τρεις κόσμους με χρονοκαθυστέρηση μεταξύ τους. Τα γεγονότα που τρέχουν σε αυτούς τους τρεις είναι ακριβώς τα ίδια. Απλά στον έναν κόσμο τρέχει η ζωή μας πιο αργά και σε άλλον πιο γρήγορα. Αν μπορέσω και ρίξω μια ματιά στον πρώτο κόσμο, θα δω πράγματα που έκανα όταν ήμουν παιδί, αν ρίξω μια ματιά στο δεύτερο κόσμο, θα δω τα γεγονότα που τρέχουν ακριβώς τώρα μπροστά μας και αν ρίξω μια ματιά στον τρίτο κόσμο, θα δω γεγονότα που θα μου συμβούν μετά από κάποιο καιρό.

– Κάπως έτσι, πρέπει να είναι.

– Μόνο όταν ονειρευόμαστε μπορούμε να κάνουμε ταξίδι στο μέλλον ή στο παρελθόν; ρωτάω τη Στάσα.

– Δεν το ξέρω. Φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν και άλλες «τρύπες» του νου από όπου θα εισέρχονται εικόνες ή φράσεις από το μέλλον. Επέτρεψέ μου, όμως, να σου πω κάτι. Μη παρεξηγήσουμε τα πράγματα. Δεν ταξιδεύουμε πάντα, όταν βλέπουμε όνειρο. Μπορεί το κάθε όνειρο να είναι μια προσπάθεια να ταξιδέψουμε -μπρος ή πίσω- αλλά η προσπάθεια αυτή δεν έχει πάντα επιτυχία. Τα όνειρα χωρίς νόημα, είναι οι αποτυχημένες προσπάθειες του ταξιδιού. Τα μεστά από παραστάσεις όνειρα, μάλλον είναι αυτά που κάνουν το ταξίδι επιτυχές.

– Πες μου τώρα -μέχρι να χωνέψω όλα όσα έχεις πει- με ποιο τρόπο, ή μάλλον γιατί άλλες φορές πάμε στο παρελθόν και άλλες στο μέλλον;

 

Έχουμε φτάσει, εδώ και ώρα, στο σπίτι της.

Η Στάσα σηκώνεται, παίρνει ένα μικρό τραπέζι και το βάζει ανάμεσά μας. Πάνω του βάζει το ξυπνητήρι που χρησιμοποιεί κάθε πρωί να σηκωθεί.

 

– Εσύ θα κάθεσαι στον καναπέ. Αυτός θα είναι ο κόσμος σου. Βγάλε το ρολόι σου και βάλτο πάνω στα πόδια σου. Εγώ θα κάθομαι στην καρέκλα -στον δικό μου κόσμο- και βάζω πάνω στα πόδια μου το δικό μου ρολόι.

Πες μου τι ώρα δείχνει το ρολόι σου, μου λέει η Στάσα.

3:30, της λέω.

– Ωραία κάτσε να βάλω και το δικό μου στην ίδια ακριβώς ώρα. Μόλις ρύθμισε την ώρα στο δικό της ρολόι, σκύβει και ρυθμίζει την ώρα του ξυπνητηριού επίσης στις 3:30. Τώρα και τα τρία ρολόγια έχουν ακριβώς την ίδια ώρα, μου λέει, όλα δείχνουν

3:30 – 3:30 – 3:30

 

– Αρχίζουμε το ταξίδι; με ρωτά η Στάσα;

– Αρχίζουμε της λέω.

– Πριν ελάχιστα εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου ακούστηκε το μεγάλο big bang από αυτό το τραπέζι που έχουμε μπροστά μας. Σχεδόν ταυτόχρονα, φτιάχτηκαν «δύο πράγματα»· ένα είναι «το δικό σου» –και είναι ο καναπές που κάθεσαι τώρα- και ένα «το δικό μου» -καρέκλα που κάθομαι εγώ.

Τι ώρα λέει τώρα το ρολόι σου; με ρωτάει η Στάσα.

3:33 λεπτά, της λέω.

– Ωραία και το δικό μου το ίδιο λέει. Σκύβει στο τραπέζι, γυρνάει το ξυπνητήρι προς το μέρος της· και αυτό 3:33 δείχνει. Οι χρόνοι «του δικού σου» και «του άλλου» συμπίπτουν απόλυτα -τουλάχιστον προς το παρόν. Και μάλιστα όλως τυχαίως συμπίπτουν και με το ξυπνητήρι –τουλάχιστον προς το παρόν.

3:33 – 3:33 – 3:33

– Εγώ και εσύ δέξου ότι είμαστε το ίδιο άτομο, φοράμε τα ίδια ρούχα, χασμουριέσαι εσύ, χασμουριέμαι και εγώ, ξαπλώνεις στον καναπέ να κοιμηθείς, ξαπλώνω και εγώ. Ό,τι κάνεις, το ίδιο κάνω και εγώ, ό,τι λες, το ίδιο λέω και εγώ, αν πεθάνω ξαφνικά εγώ, θα πεθάνεις και εσύ. Εγώ και εσύ είμαστε το ίδιο άτομο σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Συμφωνούμε; με ρωτάει η Στάσα.

– Ναι.

– Μετά από ένα νανοσεκόντ θέλεις; μετά από εκατομμύρια χρόνια θέλεις; το δικό μου ρολόι τρέχει πιο γρήγορα από ότι το ξυπνητήρι. Το ξυπνητήρι λέει ότι είναι 3:45.

3:45 – 3:45 – 3:45

 

Κοιτάει το δικό της στα γόνατά της, το πειράζει λίγο και μου λέει ξανά η Στάσα: το δικό μου -επειδή έτσι θέλει, έτσι του αρέσει βρε αδελφέ- πάει μπροστά και δείχνει 8:45 το βράδυ. «Το άλλο», ο κόσμος της καρέκλας δηλαδή, προηγείται κατά πέντε ώρες από «το δικό σου» και από το ξυπνητήρι.

3:45 – 3:45 – 8:45

 

– Εμείς παραμένουμε οι ίδιοι άνθρωποι, ό,τι κάνει ο ένας, κάνει και ο άλλος, το θυμάσαι αυτό, έτσι;

– Το θυμάμαι.

– Εγώ λοιπόν σε αυτό «το άλλο» που ζω, θα σηκωθώ ακριβώς στις 8:46 και θα πάω στην κουζίνα να πιω νερό. Εσύ τι πρέπει να κάνεις;

– Να κάτσω εδώ που είμαι και να κάνω την ίδια κίνηση -να πάω στην κουζίνα- σε πέντε ώρες από τώρα.

– Μπράβο! Αυτό είναι! Αυτό ακριβώς θα γίνει. Θα κάνεις την ίδια κίνηση εκεί όπου ζεις «στο δικό σου», με αυτήν που θα κάνω και εγώ «στο άλλο» όπου ζω, αλλά με πέντε ώρες χρονοκαθυστέρηση.

 

Μέχρι στιγμής κατάλαβες ότι εσύ «στον δικό σου κόσμο» θα κάνεις ακριβώς τα ίδια πράγματα που θα κάνει ο εαυτός σου και στον «άλλο κόσμο», αλλά λίγο αργότερα.

 

– Βάλε τώρα το ρολόι σου μία ώρα πίσω, μου λέει η Στάσα.

– Γιατί να το κάνω αυτό;

– Έτσι, γιατί του αρέσει να πάει πίσω. Τι ώρα λέει τώρα το ρολόι σου μετά την διόρθωση; μου λέει ξανά.

– Της λέω, το δικό μου δείχνει 2:46.

2:46 – 3:46 – 8:46

– Ωραία, μου λέει η Στάσα, τώρα εγώ πάω γρηγορότερα από το ξυπνητήρι κατά πέντε ώρες, και συ αργότερα από το ξυπνητήρι κατά μία ώρα. Το δικό μου τώρα δείχνει 8:50. Το δικό σου τι ώρα δείχνει; με ρωτά.

– Το δικό μου λέει 2:50, της λέω.

2:50 – 3:50 – 8:50

– Άρα εσένα «στο δικό σου» η ώρα δείχνει ότι πάει πίσω από το «δικό μου» κατά έξι ώρες, σωστά; με ρωτάει

– Σωστά.

– Γυρνάει, η Στάσα, το ξυπνητήρι προς το μέρος της και λέει: αυτό το ξυπνητήρι λέει 3:50, άρα πας πίσω από το ξυπνητήρι μία ώρα, σωστά;

2:50 – 3:50 – 8:50

– Σωστά.

– Λοιπόν δες τώρα που είμαστε. Στην αρχή του big bang το ξυπνητήρι, «το δικό σου» και «το άλλο» έδειχναν την ίδια ώρα ακριβώς. Για κάποιους λόγους, τελικά, εσύ καθυστέρησες από το ξυπνητήρι κατά μία ώρα, και εγώ, τελικά, πήγα μπροστά κατά πέντε.

Ό,τι κάνω εγώ οποιαδήποτε στιγμή, εσύ θα το κάνεις κατά έξι ώρες αργότερα από μένα, αλλά θα το κάνεις, δεν μπορείς να μη το κάνεις, δεν μπορείς να το αποφύγεις, δεν είναι στο χέρι σου να το αποφύγεις.

Αν υποθέσουμε ότι ο εαυτός σου υπήρχε και στον κόσμο του ξυπνητηριού, τότε κάθε τι που θα έκανα εγώ στον κόσμο της καρέκλας, θα επαναλαμβανόταν μετά από πέντε ώρες στον κόσμο του ξυπνητηριού και μία ώρα αργότερα θα γινόταν το ίδιο ακριβώς στον κόσμο του καναπέ.

Βέβαια, μπορεί, έτσι, γιατί έτσι του αρέσει, «το δικό μου» να αρχίσει να καθυστερεί και «το δικό σου» να αρχίσει να επιταχύνει. Να φτάσει, δηλαδή, μια στιγμή που «το δικό σου» να είναι μπροστά και «το άλλο» -δηλαδή ο κόσμος της καρέκλας- να έπεται. Δεν είναι κανόνας να πηγαίνει πάντα «το άλλο» μπροστά.

Όλα αυτά ξέρεις τι σημαίνουν;

Ότι αυτός «ο άλλος κόσμος» και αυτός που είναι «ο δικός σου κόσμος», έχουν τον καταδικό τους χρόνο, αλλά παράλληλα το ένα είναι αντίγραφο γεγονότων με το άλλο. Ό,τι είναι να συμβεί θα συμβεί, απλά θα συμβεί πιο γρήγορα ή πιο αργά. Δεν μπορείς, ακόμα και αν δεις με κάποιο τρόπο το μέλλον, να το αλλάξεις.

Με καταλαβαίνεις τώρα; μου λέει η Στάσα.

Τώρα βρισκόμαστε στη φάση που τα ρολόγια δείχνουν, το μεν δικό σου 3:00, το ξυπνητήρι 4:00 και το δικό μου 9:00, λέει η Στάσα.

3:00 – 4:00 – 9:00

Εσύ «στο δικό σου» όπου ζεις, πέφτεις να κοιμηθείς.

Και εσύ και ο σκηνοθέτης ζείτε και πράττετε ταυτόχρονα και στον κόσμο του καναπέ και στον κόσμο της καρέκλας. Ξαφνικά σηκώνεται ο σκηνοθέτης που ζει στον γρήγορο κόσμο -δηλαδή, στον κόσμο της καρέκλας- και λέει:

«Ωραία, φέτος θα παίξουμε Μπρέχτ.

Τον κύκλο με την κιμωλία.

Έργο με πολλές δυσκολίες για πολύ καλούς ερμηνευτές».

 

Αυτά τα λέει στις 9:00 ακριβώς μέσα στον κόσμο που τρέχει πιο γρήγορα, δηλαδή στον «άλλο κόσμο».

Εσύ είσαι -στον αργό κόσμο σου- πίσω κατά έξι ώρες, σύμφωνα με το ρολόι σου.

Σε παίρνει ο ύπνος και βλέπεις στο όνειρό σου ότι ο σκηνοθέτης λέει:

«Ωραία, φέτος θα παίξουμε Μπρέχτ.

Τον κύκλο με την κιμωλία.

Έργο με πολλές δυσκολίες για πολύ καλούς ερμηνευτές».

Τι έγινε;

Δεν είσαι μάντης· απλά πέρασε σε σένα (εκεί όπου ζεις) αυτό που είπε ο σκηνοθέτης «στο άλλο», έξι ώρες πριν.

Οτιδήποτε πει σκηνοθέτης «στο άλλο περιβάλλον», θα μπορούσες να το δεις στον ύπνο σου, πριν αυτό πραγματικά σου συμβεί μέσα «στο δικό σου περιβάλλον».

Μπορεί βέβαια, αν το όνειρο δεν αποκαταστήσει καλή επαφή, να μη το ακούσεις και ποτέ. Ή να το ακούσεις τόσο μπερδεμένο -στην περίπτωση που το όνειρο κάνει παράσιτα- που να μη βγάλεις κανένα νόημα και να μη δώσεις σημασία.

– Άρα, να συμπεράνουμε, ότι ο Μανώλης και η Στάσα και ο σκηνοθέτης που ζουν στον «δικό τους κόσμο», κάνουνε τα ίδια πράγματα με τον Μανώλη και τη Στάσα και τον σκηνοθέτη που ζουν στον «άλλο κόσμο». Απλά θα γίνουν όλα σε άλλη χρονική στιγμή, λέω της Στάσας.

– Πρόσεξε, για μας τους ίδιους, που ζούμε μέσα στον δικό μας κόσμο ο χρόνος είναι ένας και μοναδικός. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι κάπου άλλού υπάρχει άλλος χρόνος. Τις διαφορές στον χρόνο τις καταλαβαίνει κάποιος που δεν ζει στους κόσμους μας. Ας πούμε ότι καταλαβαίνει τους ταχύτερους και αργότερους χρόνους ο παρατηρητής του φαινόμενου αυτού, που είναι το ξυπνητήρι.

– Δηλαδή, της λέω, μου λες ότι εγώ ζω τουλάχιστον σε δύο παράλληλους κόσμους. Όταν κάνω κάτι, το κάνω μία και μόνο μία φορά, αλλά αυτό αντανακλάται σε δύο διαφορετικούς κόσμους, και εκδηλώνεται σε πράξη κάποια άλλη χρονική στιγμή. Και ό,τι εγώ στον «έναν κόσμο μου» δεν έχω συνείδηση του εγώ μου στον «άλλο κόσμο μου»;

– Ακριβώς!

– Και αν «στον ένα μου κόσμο» αποφασίσω να πεθάνω, τότε θα πεθάνω υποχρεωτικά και στον «άλλο μου κόσμο» λίγο αργότερα ή λίγο ταχύτερα.

– Ακριβώς!

– Και γιατί, παρακαλώ, πρέπει να ζω σε δύο ταυτόχρονα κόσμους;

– Αυτό δεν το ξέρω.

– Και γιατί οι δύο αυτοί κόσμοι μου πρέπει υποχρεωτικά να έχουν άλλο χρόνο;

– Όχι υποχρεωτικά, αλλά μάλλον φαίνεται ότι αυτός είναι ο κανόνας. Φαντάζομαι, ότι οι κόσμοι μας επηρεάζονται από δυνάμεις και φαινόμενα της Φυσικής. Δείχνει έτσι, να είναι φτιαγμένο το σύμπαν. Δείχνει να είναι παράλληλα συστήματα.

– Παράλληλα σύμπαντα; εννοείς την ρωτάω.

– Μπορείς να το πεις και έτσι.

– Αν δεχτούμε ότι είμαστε σε παράλληλα συστήματα -αφού λες ότι δείχνει αυτός να είναι ο κανόνας- γιατί δεν βλέπω συνέχεια στα όνειρά μου το τι έκανα εγώ στο άλλο σύστημα; Δεν θέλω να ξέρω για να το αλλάξω -έτσι και αλλιώς ό,τι έγινε, έγινε, δεν μπορώ να το αλλάξω, απλά να το ξέρω και να το βλέπω, θέλω.

– Υποθέτω ότι αν αυτά τα παράλληλα συστήματα, κολυμπάνε μέσα στο σύμπαν και δεν τύχει να ακουμπήσουν ποτέ μεταξύ τους, τότε δεν έχουμε την δυνατότητα να δούμε κάτι σε κάποιο μας όνειρο. Δεν μεταβιβάζει το ένα στο άλλο τα γεγονότα, λέει η Στάσα.

– Άρα λες, τη ρωτάω, ότι τα όνειρα είναι το αποτέλεσμα της επαφής που έχουν αυτοί οι παράλληλοι κόσμοι μας.

– Ναι, αυτό λέω. Μερικές φορές οι κόσμοι ακουμπάνε, μας δημιουργούν όνειρα, μερικά από αυτά είναι αλλοπρόσαλλα και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα -οπότε τα απορρίπτουμε σαν άχρηστα- μερικά άλλα είναι πεντακάθαρα και βλέπουμε. Βλέπουμε το εγώ μας στον άλλο κόσμο. Τα δύο συστήματα έχουν πάντα άλλο χρόνο -αν είχαν τον ίδιο, δεν θα ήταν δύο, αλλά ένα και το αυτό- και τότε βλέπουμε μπροστά ή πίσω την ίδια μας τη ζωή.

– Γιατί κάποια όνειρα είναι αλλοπρόσαλλα και άλλα πεντακάθαρα;

– Υποθέτω ότι κατά την ώρα της σύναψης των δύο κόσμων, η επαφή τους γίνεται με ευκολία ή με δυσκολία –κάτι ανάλογο με τον καλό αγωγό του ηλεκτρισμού ή όχι. Αν γίνεται με δυσκολίες τα όνειρα είναι ασαφή, συμπεραίνω, μου λέει η Στάσα.

– Και αν υπάρχουν περισσότερα από δύο συστήματα;

– Ε, τότε, ούτε που μπορώ να φανταστώ την πολυπλοκότητα των συνάψεών τους.

– Στάσα, υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να έχω εξαφανιστεί από τον έναν κόσμο, αλλά να συνεχίσω να υπάρχω στον άλλο;

– Αν σου πω ναι, θα μπλέξουμε πολύ άσχημα. Τότε θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος εξαφανίζεται από το ένα σύμπαν και συνεχίζει σε ένα άλλο. Δηλαδή, το πράγμα πάει σε εντελώς άλλα κανάλια. Αλλουνού παπά ευαγγέλια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.