Το Μοναστήρι

Η σελίδα προβλήθηκε: 37 φορές

δημοσιεύτηκε στις 18/12/19 στη σελίδα:

http://www.e-alitheia.gr/pub/36089/to-monastiri

γράφει ο “Λουκής”

Το Μοναστήρι

Δεν γινόταν να μη περάσουν από το Μοναστήρι. Πέντε κοπρόσκυλα που γύρισαν μετά από χρόνια στα παλιά τους στέκια· να κάνουν το τάμα τους. Είχαν βρει τόσες δικαιολογίες να την κοπανήσουν από την Αθήνα. Να εισπνεύσουν λίγη καφρίλα ο ένας από τον άλλον. Ο ένας μάλιστα από αυτούς -ο πιο άθεος της παρέας- είχε πει της γυναίκας του ότι θα πήγαινε μερικές μέρες στο Άγιο Όρος. Τέτοιο θράσος το θρασίμι.

Δυστυχώς, το στέκι είχε αλλάξει χρήση, πούλαγε τώρα φουλάρια και άλλα τέτοια φλούφλικα πράγματα.

Αραχτά στο απέναντι πεζοδρόμιο τα ρετάλια ξεροσταλιάζαν λυπημένα για την «ιεροσυλία» του χώρου. Ανασκαλεύανε την ιστορία που γράφτηκε εκεί μέσα. Αφέντες του, ο Θαλής και η Ελενίτσα· οι άρχοντες της γαρίδας.

Οι ρόλοι μοιρασμένοι· ο Θαλής έβαζε τις ιστορίες και η Ελενίτσα, η γυναίκα του, το ψήσιμο. Η παρέα των πέντε εκεί έτρωγε τα λεφτά της όλα · και στο βάθος από ένα αντικέ πικάπ ακούγανε τραγούδια της Μελίνας. Εκεί ήταν που καταστάλαξαν -νέα παιδιά τότε- στο πώς πρέπει να είναι μια Θεά. Ύψος τόσο, στήθος τόσο, γλουτοί τόσο. Πρώτα βγήκε η Μελίνα και μετά πήραν το καλούπι οι υπόλοιπες κοινές Θεές!

Τους έδειχνε στον τοίχο, ο Θαλής, και τις ιστορικές φωτογραφίες από διάσημους, που είχαν θητεύσει σαν μύστες στο “Μοναστήρι” του -έτσι τόλεγε ο αθεόφοβος.

Τον Θαλή δεν τον βρήκαν όσο κι αν ψάξανε.

«Κάπου στην Αμερική θα βόσκει», έτσι τους είπαν.

Παράτησε τη γυναίκα του για την Ιλέ, μια Λατίνα που είχε για σερβιτόρα, από τότε που ξέμεινε και αυτή στα άγια τούτα χώματα της μικρής μας πόλης. Πόσο ν’ αντέξει ο μπαγάσας την Ελενίτσα! Με τι προσόντα η Ελενίτσα θα τον βάσταγε κοντά της;

Και μιλάμε τώρα για τον Θαλή, κάτσε καλά, πρώην ναυτικός, είχε παλέψει με τον Χάρο σε όλες τις θάλασσες και τον είχε πολλάκις ξεβρακώσει.

Είχε δώσει πολλές φορές τον λόγο του στον χάρο, ότι θα “κάτσει” να τον πάρει στο επόμενο ταξίδι, με το επόμενο σκυλοκάραβο, στο επόμενο λιμάνι. Όλο τούδινε τον λόγο του και όλο τον ξεγέλαγε.

Τελευταίο μπάρκο του, ένα σαπάκι πλοίο με φορτίο τσιμέντου από Χιλή για Βραζιλία. Το μόνο σίγουρο ότι δεν θα ‘πιανε λιμάνι, το σαπάκι διαλυόταν από τα τεράστια κύματα· έφευγαν μία-μία οι λαμαρίνες του. Οι μηχανές βογκούσαν και τα μανιτζέβελα παιδιά στη μηχανή ρίχναν κουβάδες λάδι στα πιστόνια.

Στη γέφυρα, ο Θαλής πάλευε να βαστήξει το τιμόνι στα ίσα του. Αυτόν ζήτησε ο πρώτος να βαστάξει το τιμόνι μόλις τακιμιάσανε με την καταιγίδα. Τα μπράτσα του· εγγύηση. Του καπετάνιου, δίπλα στον Θαλή, μια λέξη τούφευγε και δέκα βρισιές νοούσε. Μέσα από το μαρκούτσι που βάσταγε έδινε εντολές που δεν είχαν κανένα νόημα· τίποτα δεν μπορούσε να τους σώσει, πια. Το μαρκονάκι πιο κει να τρέμει σαν χτυπημένη τσιπούρα, να στέλνει τα σοσια του προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν υπήρχε γύρω τους πουθενά Θεός! Ο διάολος κουμαντάριζε ‘κεί πέρα, με τον Θαλή συνάμα.

Τότε ήταν που ο Θαλής τον ξανάδε σκαρφαλωμένο στο κατάρτι, μαυροντυμένο με το δρεπάνι στο χέρι, σαν να τούλεγε ότι έφτασε η ώρα να ξεπληρώσει την υπόσχεσή του, αυτήν που είχε δώσει τόσες φορές και ποτέ δεν κράτησε.

Και ενώ όλοι σταυροκοπιούνταν και σφίγκαν τα σωσίβια πάνω τους, αυτός ο αθεόφοβος ο Θαλής του πρόσφερε μια νέα συμφωνία:

“Ρε αλήτη Χάρε, άσε με να φτάσω μέχρι τη Βραζιλία και στο υπόσχομαι για τελευταία φορά· θέλω να δω για τελευταία φορά τη Βραζιλιάνα γκομενίτσα μου και εκεί που θα είμαι πάνω της, έλα και πάρε με…».

Δεν πρόκαμε να φτύσει την τελευταία συλλαβή και ο χάρος του απάντησε αμέσως· το βίτζι στο μπροστινό το ντεκ σωριάστηκε συθέμελα. Αυτή ήταν η απάντησή του στις ψεύτικες υποσχέσεις του απατεώνα του Θαλή. Αυτόν κυνήγαγε, αυτός του χρωστούσε και δυστυχώς, θα την πλήρωναν και οι υπόλοιποι.

Οι αστραπές καρφώνονταν στη θάλασσα και πριν χαθούν φώτιζαν τη γέφυρα· εκεί έβλεπες έναν Θαλή να παλεύει να μη του φύγει το τιμόνι απ’ τα χέρια. Τα μπράτσα του φουσκώναν τόσο που σκίζαν λίγο-λίγο τα μανίκια του. Στο δεξί του χέρι έβλεπες και τη γοργόνα, που είχε κτυπήσει στο μπράτσο του, να κλείνει τα μάτια της στην καταστροφή.

Ένας Θαλής, ίδιος άγριος πολεμιστής, με τις πεταγμένες έξω φλέβες του λαιμού του, να ωρύεται…

«… εμένα θες, ρε ξεφτιλισμένε, οι άλλοι τι σου φταίνε… δεν ζητάω να μ’ αφήσεις να πάω στην Εκκλησία… στα μέρη σου θα πάω, εκεί που βασιλεύει η αμαρτία, στα δικά σου στέκια θάμαι· εκεί κουμαντάρεις εσύ και όχι ο Θεός, στο υπόσχομαι, ρε χλεμπονιάρη, στη Βραζιλιάνα θα με βρεις…”.

«Όλοι σκέφτονταν τις γυναίκες τους, και εσύ βρε αλήτη τη γκομενίτσα», η φωνή της Ελενίτσας από τον πάγκο· διακόπτει η αφιλότιμη το κήρυγμα.

«Γυναίκα, τώρα μιλάμε για αγώνα που δίνουν οι άντρες με τον Χάρο, δεν μιλάμε για καρυδόπιτα με μαχλέπι», η απάντηση του Θαλή.

Και… κρεμόντουσαν οι κόπροι από τα χείλη του, μη τους πέσει κάτω κανένας φθόγγος· απογειωμένοι, δεν πατούσανε στη Γη, κάγκελο η τρίχα τους. Η Ιστορία απλωνόταν εκεί δα μπροστά τους για ακόμη μιά φορά.

«Και μετά… μετά ρε Θαλή,… τι;» τον τσιγκλάγανε οι κάφροι.

«Τι, τί… ρε ζώα; Δε με βλέπετε τώρα μπροστά σας; Έχω ξεκόψει από τα κολοκάραβα τόσα χρόνια· δεν καταλάβατε τίποτα απ’ όσα σας είπα;»

«Ρε τι έγινε με το καράβι;… μας λες ότι διαλυόταν».

Κατά ένα περίεργο τρόπο ο Θαλής την περίμενε την ερώτηση αυτή. Πάντα του την κάνανε, κάθε φορά που τους έλεγε την ίδια ιστορία. Αυτό περίμενε…

«Ρε τι έγινε με το καράβι;» του ξαναλέγανε.

Ακούμπαγε βαθιά πίσω στη θέση του, φόραγε τη μάσκα του Κονάν του βάρβαρου, τους κοίταζε όλους ένα γύρω και αποφάσιζε να τους στάξει λίγη ακόμα γνώση· είχε μπροστά του διψασμένα κοπρόσκυλα με τη γλώσσα έξω για μια στάλα ιστορίας.

Και απλώνει τις χερούκλες του -αυτοί σαν πλοκάμια τεράστιου χταποδιού τα βλέπουν- τα χείλια του σουφρώνουν και φτιάχνουν μαύρες τρύπες, στόμα που ξεβράζει ριπές αέρα με βρομερή τσιγαρίλα, φρύδια να χορεύουν πάνω – κάτω παλεύοντας να σμίξουν στο κούτελο. Όλα μαζί τα μέλη του κορμιού του σε μια επίδειξη· να δείξει στους φλώρους που έχει μπροστά του πώς παλεύουν οι άντρες της θάλασσας. Και αφού ξέπνοος, πια, τους έδειξε πώς παλεύουν οι άντρες, αλαργεύει, χαμηλώνει τη φωνή και δασκαλίστικα τους λέει:

«Μάγκες, του την έπαιξα για ακόμη μια φορά του Χαρούλη! Πιάσαμε λιμάνι με τη βοήθεια ρυμουλκών. Μόλις κατέβηκα τόπαιξα Μουσουλμάνος, έγλειφα το χώμα και έκλαιγα!… ποιός;… εγώ! εγώ που δεν καταλάβαινα τίποτα· είδα τον Χριστό φαντάρο. Ακόμα και κάποιους μαστουρωμένους Βραζιλιάνους τελωνοφύλακες κατάφερα να τους ξυπνήσω».

«Και πήγες, ρε κωλόπαιδο, κατ’ ευθείαν στη Βραζιλιάνα, να ξεχαρμανιάσεις!»

«Όχι, μάγκες μου, εξαφανίστηκα· κατ’ ευθείαν στο αεροδρόμιο πήγα. Πού να τολμήσω να πάω στη Βραζιλιάνα; Του είχα πει του χλεμπονιάρη να έρθει να με βρει εκεί· στο κρεβάτι της. Πού ξέρω εγώ, αν ο κίναιδος δεν μου την είχε στήσει εκεί, στο κρεβάτι της· περιμένοντας την ιερή στιγμή της απόλαυσης να μου κόψει τη ζωή;»

«Άλλο πράγμα έπρεπε να σου κόψει», πάλι η φωνή της Ελενίτσας, που είχε βαρεθεί το άκουσμα αυτής της ιστορίας. Μόνο σ΄ αυτά τα κοπρόσκυλα την είχε πει καμιά πενηνταριά φορές. Του άρεσε και αυτουνού και αυτωνών. Τελετουργικό το είχαν κάνει.

Από τη μια ο θεόρατος Θαλής, που τους θύμιζε κάτι από Ποσειδώνα και από την άλλη ο χλεμπονιάρης ο Χάρος. Απίθανη κόντρα. Πάλευαν οι δυο τους μέσα στο μοναστήρι αδιάκοπα.

«Και μετά από όλα αυτά, ρε Θαλή, κατάντησες εδώ να τσιγαρίζεις ρέγκες;»

Τι το θέλανε κι αυτό; Ρέγκες ο Θαλής;

«Κωλόπαιδα γαρίδες σας ταΐζω, όχι ρέγκες, άει στο διάολο μπαστάρδια».

Τέλος παράστασης! Η αφήγηση τέλειωνε πάντα με τον ίδιο τρόπο· όλοι τους ευτυχισμένοι, ο Θαλής που ξεγέλασε τον χάρο, η Ελενίτσα που χτένιζε τα κέρατα στο κεφάλι της, αλλά «χαλάλι του», έλεγε, «έτσι είναι οι ναυτικοί».

Ευτυχισμένοι κι αυτοί οι πέντε που πήραν μέρος σε ακόμα μια τιτανομαχία που είχε απ’ όλα: σάπια καράβια, γκομενίτσες, λιμάνια ξωτικά, και φορτία από τσιμέντα· πολλά τσιμέντα ρε παιδί μου!

Που λέτε, πολύ λίγη η Ελενίτσα για τον Θαλή μπροστά στην Ίλε. Αυτή είχε προσόντα Βραζιλιάνικα. Τεράστιο σκληρό μπούστο, ο Θεός της είχε ρίξει πάνω της ένα σοκολατί χρώμα που αν το δοκίμαζες, η ινσουλίνη θα έκανε πάρτι, κάτι δόντια, κάτασπρα στρατιωτάκια που σφράγιζαν με φράχτη τα καυτερά της χείλη.

Η Ελενίτσα -αχ μωρέ Ελενίτσα!- μόνο για γαρίδες ήσουνα, όλη μέρα γαρίδες, κάθε μέρα γαριδοσαγανάκια, τι να σου κάνει κι ο Θαλής; Υπέκυψε στη φύση του!

Μπούχτισε· τον έστυβες κι έσταζε γαριδέλαιο, έλεος πια, ρε Ελενίτσα!

Α, ρε Θαλή, χαλάλι σου η Βραζιλιάνα, χαλάλι σου και όλη η Λατινική Αμερική, ήσουν πολύ μεγάλος για να χωρέσεις στο Μοναστήρι.-

Δεκέμβρης 2019

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *