42 χρόνια χειμώνας

42 χρόνια χειμώνας

γράφει ο Μίλτος Μόσχος

Ο νέος γιατρός ο οποίος στάλθηκε μεσ΄ το καταχείμωνο, είναι αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος σ΄ αυτή τη βρωμερή ιστορία. Πάνω στο γραφείο, ανοιγμένος ένας φάκελος που σιχαίνεται και να τον πιάσει.

«Κάνει πολύ κρύο εδώ μέσα», σκέφτεται.

Έχει ζητήσει να του φέρουν στο γραφείο, τον κύριο Βασίλη.

Ο φάκελος γράφει στο εξώφυλλο:

Αγνώστου πατρός

Μητέρα, με νοητική στέρηση

Γεννηθείς: 1964 στη Φθιώτιδα

Εισήχθη: 12/9/1977 Νταού Πεντέλης με διάγνωση «παιδική ψύχωση»

Εισήχθη: 3/5/1987 Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου με διάγνωση «ολιγοφρένεια-επιληψία»

Όνομα το οποίο του δόθηκε πρόσφατα, και στο οποίο αντιδρά: Βασίλης

 Όρθιος ο γιατρός στο παράθυρο του γραφείου, κοιτάει έξω τη ροδακινιά.

«Μα τι είναι αυτά πάνω της; Λουλούδια;»

«Μα μέσα στο καταχείμωνο, αυτή άνθισε; Άνοιξη έξω, χειμώνας μέσα;»

Διακόπτει το συλλογισμό του το κτύπημα στην πόρτα. Η Αγγελική, βαστάει αγκαλιά απ΄ τον ώμο τον Βασίλη. Έτσι τον βάφτισε η ίδια. Κάπως έπρεπε να τον φωνάζει από δω και πέρα.

42 χρόνια κατά τα οποία βάστηξε ο χειμώνας του δεν του χρειάστηκε το όνομα, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μιλήσει του Βασίλη.

Κοντούλης, με μαλλιά κάτασπρα, ντυμένος με καθαρά ρούχα από τις Κοινωνικές λειτουργούς οι οποίες είχαν έρθει στο νησί μαζί με τον γιατρό, να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση.

Δείχνει αγχωμένος.

Μπαίνει στο γραφείο και αρχίζει τις περιστροφές γύρω από τον εαυτό του. Έτσι αντιδρά όταν βλέπει κάποιον άγνωστο άνθρωπο. Συνεχίζει να κάνει αργούς κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Ξανά, ξανά και ξανά. Θέλει να πάρει το χρόνο του.

Κάποια στιγμή όταν κουράζεται πια, σταματά.

Πλησιάζει τον γιατρό, και ίσα που τον αγγίζει στο χέρι. Μόλις ανιχνεύσουν τα δάκτυλά του ανθρώπινη σάρκα, τραβάει τα χέρια του απότομα πίσω, σαν να καίγεται, και ξαναπροσπαθεί.

Αυτή είναι η δική του αγκαλιά, έτσι οριοθετεί το χώρο γύρω του, έτσι μαρκάρει τα πρόσωπα τα οποία πλησιάζει. Η Αγγελική του βγάζει το μπουφάν, και τον καθίζει στον καναπέ. Κάθεται δίπλα του. Ο Βασίλης παίρνει το χέρι της και το αγκυρώνει πάνω στον ώμο του.

Μέχρι τώρα, αυτός ο άνθρωπος δεν υπήρχε πουθενά γραμμένος. Δεν τον είχε καταχωρήσει κανένα Δημοτολόγιο, κανενός Δήμου.

Ο γιατρός ξεφυλλίζει τον φάκελο. Όλες και όλες, 10 σελίδες ιστορικού για 42 χειμωνιάτικα χρόνια.

Από την πρώτη του νοσηλεία στο Νταού, μέχρι και σήμερα, το ιστορικό του δεν αναφέρει καμία τηλεφωνική επικοινωνία. Δεν τον επισκέφτηκε κανείς άνθρωπος, ούτε ο ίδιος ποτέ ζήτησε να μιλήσει με κάποιον.

Άλλωστε δεν είχε ούτε όνομα.

Ο γιατρός συμπληρώνει στον φάκελο, με σημερινή ημερομηνία, τη διάγνωση του:

«Έλλειψη αγάπης, φροντίδας και αγκαλιάς επί σαράντα δυο χειμώνες.

Η απομόνωσή του στην παρούσα αποικία ψυχών τον οδήγησαν στην απραξία, που προκλήθηκε από την έλλειψη εξωτερικών ερεθισμάτων.

Επιβάλλεται η ένταξή του ανάμεσα στο βιολογικό του είδος, η σύνδεσή του με τις ρίζες του, σε μια κοινωνική δομή του τόπου του».

Βγαίνοντας από το κτίριο, ο κύριος Βασίλης, πριν μπει στο αυτοκίνητο το οποίο θα τον ταξιδέψει στο νέο του σπίτι, κόβει ένα κλαράκι της ροδακινιάς, το μυρίζει, γυρνάει προς το παράθυρο του γιατρού ο οποίος τουρτουρίζει μέσα από το τζάμι, του το κουνάει, και του φωνάζει:

«Εϊ, άνθρωπε, μυρίζω ξανά! εδώ έξω, μπήκε η άνοιξη!»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.