show & tell

Τους όρους “tell” και “show”, «λέγω» και «δείχνω», εισήγαγε στη θεωρία της Λογοτεχνίας ο Βρετανός συγγραφέας Henry James.

Είναι οι δύο τρόποι να οργανώσει ο συγγραφέας το υλικό του.

Στο «λέγω» ο αφηγητής μιλά αυτός ο ίδιος και μας μεταφέρει τα γεγονότα της πλοκής, πληροφορίες για τους χαρακτήρες  αλλά και τα λόγια που λένε οι άλλοι χαρακτήρες του έργου.

Για παράδειγμα:

“Ο Γιάννης είναι θυμωμένος”.

Εντάξει, είναι μια βασική πληροφορία που θέλεις να δώσεις  στον αναγνώστη. Ακόμα και ο πιο χαζός αναγνώστης μόλις διαβάσει αυτή τη φράση θα καταλάβει την κατάσταση του Γιάννη. Αλλά είναι πολύ απλό, και καθόλου ενδιαφέρον.

Στο «δείχνω» ο συγγραφέας θέλει να φτιάξει μια εικόνα, στην οποία θα φανεί μέσα από περιγραφή η κατάσταση του Γιάννη. Θα αφήσει τον αναγνώστη να καταλάβει μόνος του τι συμβαίνει με αυτόν τον ήρωα. Και όσο χαζός να είναι ο αναγνώστης θα το καταλάβει. Ο συγγραφέας αποσύρεται στα παρασκήνια και βάζει μπροστά μια “κάμερα” όπου καταγράφει τους ήρωες, τα λόγια τους, τις κινήσεις τους, τα συναισθήματα τους και τα παρουσιάζει μετά σαν εικόνα στον αναγνώστη.

Για παράδειγμα:

“Ο Γιάννης μπήκε μέσα κραυγάζοντας κάτι ακαταλαβίστικα λόγια. Οι φλέβες στον λαιμό του ήταν πεταγμένες έξω έτοιμες να σπάσουν. Τα μάτια του είχαν μπει μέσα στις κόχες τους. Αναποδογύρισε όλα τα τραπέζια που ήταν μέσα στο μικρό καφενείο και στο τέλος βούτηξε τον Νίκο από τον λαιμό και τον σήκωσε ψηλά. Τι έκανες ρε άτιμε; θα σε σκοτώσω”.

Είναι δυνατόν μετά από αυτή την περιγραφή, ο αναγνώστης να μην καταλάβει ότι ο Γιάνης είναι θυμωμένος;

Και εδώ που τα λέμε, ποιά διήγηση είναι πιο δυνατή;

Σε ποιά από τις δύο διηγήσεις ο αναγνώστης μετέχει στα γεγονότα;

Ο συγγραφέας θα επιλέξει και ο αναγνώστης θα ζήσει ή όχι την ατμόσφαιρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *