Διήγημα της Σάνιας Μωραϊτου

Home » Blog » Δημοσιεύσεις βιβλίων » Διήγημα της Σάνιας Μωραϊτου


Ένα διήγημα της Σάνιας Μωραϊτου με τίτλο:

Ο… ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ

Σαββατόβραδο, παραμονή Πέτρου και Παύλου.  Η καμπάνα των Δώδεκα Αποστόλων, καλούσε για τον πανηγυρικό εσπερινό.  Πάει καιρός που δεν εκκλησιαζόταν  πια. Την κούραζε η πολύ συνάφεια με τους ανθρώπους. Έκανε το σταυρό της, θύμιασε  όλο το σπίτι, πρώτα τα εικονίσματα και τελευταίες τις φωτογραφίες των αγαπημένων προσώπων, φευγάτων από καιρό.

Εκεί κοντοστάθηκε κι έπιασε όπως πάντα κουβέντα μαζί τους.

«Καλοί είστε κι εσείς! Με αφήσατε μόνη μου. Εσύ ειδικά, ψεύτη! που μου ορκιζόσουνα πως θα μείνουμε μαζί όλη μας τη ζωή… Που είσαι τώρα που σε χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ; Ε; Καλά είσαι εσύ, με την ησυχία σου, τα τρισάγια σου, όλα σου. Ρώτα κι εμένα!

Ο γιος σου στον κόσμο του, από τότε που έχασε τη δουλειά του. Έρχεται μόνον μόλις παίρνω τη σύνταξη, τάχα να με βοηθήσει στα ψώνια, για να χαρτζιλικωθεί, να του τη δώσω σχεδόν ολόκληρη, δηλαδή.

Η κόρη σου, τα ξέρεις δα, στην άλλη άκρη του κόσμου, για να ταΐσει τα παιδιά της ένα κομμάτι ψωμί. Τι να της πω, βόηθα; Εκείνο ξέρει πως τα βγάζει πέρα,  το κακορίζικο. Πες στον γαμπρό μας, γιατί δεν μπορεί, θα βλέπεστε εκεί επάνω, καλοί άνθρωποι ήσασταν κι οι δύο, τι κατάλαβε που την παράτησε χήρα στα τριάντα της με τρία κουτσούβελα; Εσείς στον Παράδεισο κι εμείς στην μαύρη κόλαση.

Τέλος πάντων, σχωρεμένοι να ’στε» Έσπρωξε ένα γκρίζο  τσουλούφι που έπεφτε μέσα στα μάτια της, δεν περίσσευε το ρημάδι το δεκάρικο, για να κόψει τα μαλλιά της, τακτοποίησε τα δαντελένια πετσετάκια στο καρυδένιο σκρίνιο, έσπρωξε ένα βιβλίο που εξείχε από το ράφι,  κλείδωσε την εξώπορτα και τις μπαλκονόπορτες,  άνοιξε τον ανεμιστήρα, φόρεσε το νυχτικό της κι άναψε την τηλεόραση. Δεν πεινούσε καθόλου απόψε. Βαρέθηκε άλλωστε τα ίδια και τα ίδια, γιαούρτι, κριθαράκι, ρύζι, μακαρόνια. Με όσα της άφηνε ο κανακάρης της πάλι καλά που αγόραζε κι αυτά.

Στις ειδήσεις μάλωναν πάλι για το ποιος θα σώσει την χώρα. Κι όσο την έσωζαν, τόσο και φτώχαιναν οι άνθρωποι της. Πάλι για αυξήσεις της ΔΕΗ μιλούσαν, για περικοπές συντάξεων, για πρόστιμα. Ένοιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Κάθε τους λέξη ήταν σαν ένας πυροβολισμός κατευθείαν στην καρδιά και το μυαλό της. Και δεν ήταν μόνο η Ελλάδα, όλος ο κόσμος ανάστατος. Νεκρά παιδιά στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Ουκρανία, πνιγμένοι μετανάστες στο Αιγαίο. Άμ οι  ναζί που νεκραναστήθηκαν μετά από εβδομήντα χρόνια!

Έκλεισε την τηλεόραση. Δεν άντεχε άλλο. Άσε που βαριάκουε πια στα ογδόντα της και την έβαζε πολύ δυνατά. Δεν ήταν σωστό να ενοχλεί τους γείτονες.

Ξάπλωσε. Δεν την χωρούσε το κρεβάτι. Πήρε ένα βιβλίο, μα γρήγορα τα μάτια της κουράστηκαν. Για να εγχειρίσει τον καταρράκτη, ούτε λόγος! Μάτι και χιλιάρικο. Το Ιπποκράτειο της έκλεισε ραντεβού σε ενάμισι χρόνο. Λες κι η ζωή της, ήταν ανεξάντλητη.

Σηκώθηκε, άρχισε να περπατά πάνω – κάτω, όσο της επέτρεπαν τα γερασμένα πόδια της. Παρατηρούσε σαν να ήταν ξένο το σπίτι της. Τα πορσελάνινα πιάτα στον τοίχο, τις πολυθρόνες με τα κεντήματα στις πλάτες, για να μην φθείρονται από τα κεφάλια των επισκεπτών, το μεγάλο δρύινο τραπέζι με τις  οκτώ βελούδινες καρέκλες, άχρηστο από καιρό, τις άδειες θέσεις των ασημικών στη βιτρίνα,  πουλήθηκαν για να πληρώσει το ρεύμα ο γιος της. Χτύπησε το τηλέφωνο. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν μόλις εννιά. Η  λογίστρια της, από την άλλη πλευρά του σύρματος, την ενημέρωσε πως έφυγε η δήλωσή της. Δυστυχώς, όπως της τα είχε πει, θα πληρώσει οκτακόσια ευρώ, είναι βλέπεις το σπίτι και εκείνα τα χτήματα στο χωριό. Βρόντησε τη συσκευή. «Δεν πάνε στο διάβολο» σκέφτηκε. «Ας με βάλουν φυλακή, μήπως κι εδώ φυλακισμένη δεν είμαι;»

Τώρα χτύπησε το κινητό. Ήταν η νύφη της. «Κυρία Βασιλική, -ποτέ δεν την φώναξε μητέρα- μην τρομάξετε, πρέπει όμως να το μάθετε. Ο Γιάννης είναι στο νοσοκομείο, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Δεν πρόλαβα να τον εμποδίσω. Έπεσε από το μπαλκόνι. Τον έχουν στο χειρουργείο» «Τα παιδιά, που είναι τα παιδιά, να έρθουν να με πάρουν» «Μα τι λέτε; Δεν έχουμε παιδιά! Σας αφήνω τώρα. Θα σας ενημερώσω, μόλις έχω νέα».

Περπάτησε σαν αυτόματο μέχρι τον ολόσωμο καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας. Την έπνιγε η ζέστη. Έβγαλε τη νυχτικιά, το σουτιέν, την κυλόττα της. Μια ετοιμόγεννη νέα γυναίκα, με το μέτωπο ιδρωμένο από τις ωδίνες του τοκετού, την κοιτούσε γεμάτη αγωνία. Δεν έφταιγαν τα ρούχα. Κάτι άλλο την έπνιγε. Γεννάω, φώναξε, άνοιξε την μπαλκονόπορτα, πιάστηκε από τα κάγκελα, υπερυψωμένα από τότε που τα παιδιά της ήταν μικρά κι άρχισε να ουρλιάζει σαν πληγωμένο αγρίμι. Οι πυροσβέστες, ειδοποιημένοι από τους γειτόνους, είδαν κι έπαθαν να ξεγαντζώσουν το άσαρκο, γυμνό γεροντικό κορμί από τα κάγκελα και να την τραβήξουν μέσα. Έριξαν μια ρόμπα επάνω της και την μετέφεραν με ασθενοφόρο στο Λεμπέτι.

Ποτέ δεν έμαθε πως ο Γιάννης της δεν τα κατάφερε τελικά, για εκείνην άλλωστε ήταν αγέννητος ακόμα.

 

Διήγημα της Σάνιας Μωραϊτου από τη συλλογή διηγημάτων “Είμαστε ακόμα ζωντανοί”.

μπορείτε να τη βρείτε στο: xmoraitou@gmail.com

συγγραφέας: Σάνια Μωραΐτου


Θέλετε να…

στείλετε το σχόλιο σας για το διήγημα της Σάνιας Μωραϊτου; Μπορείτε να το κάνετε στο τέλος της ανάρτησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *