λογοτεχνικοί χαρακτήρες ήρωες Ντοστογιέφσκυ

Λογοτεχνικοί χαρακτήρες

[η φωτογραφία προέρχεται από το https://pixabay.com και είναι ελεύθερη προς χρήση]

Home » Blog » Επιμέλεια κειμένων » Λογοτεχνικοί χαρακτήρες

Η σελίδα προβλήθηκε: 6+13 φορές

Εξετάζονται οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και οι ήρωες του Ντοστογέφσκυ που ξεδιπλώνονται από τον συγγραφέα μέσα σε μια ιστορία. Τα αποσπάσματα έχουν παρθεί από το βιβλίο “Οι φτωχοί” που εκδόθηκε από το Imago, σειρά Γ’,  Λογοτεχνία /1, 1η έκδοση 1930, 2η έκδοση 1983

Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και ήρωες του Ντοστογέφσκυ στο διήγημα “Οι φτωχοί”

Το διήγημα στηρίζεται ολοκληρωτικά στην αλληλογραφία που έχουν ανοίξει ένας άντρας και μία γυναίκα. Και οι δύο χαρακτηρίζονται από μια βαθιά φτώχια. Ζουν μέσα σε απαίσιες συνθήκες και κοινωνικές και προσωπικές. Το περιβάλλον είναι ζοφερό. Η φτώχια τους προδίδεται πότε από τους ίδιους στα δικά τους γράμματα με τα δικά τους λόγια και πότε αποκαλύπτοντας ο ένας τη φτώχια του άλλου. Ας δούμε μερικούς χαρακτηριστικούς διάλογους που κάνουν οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και οι ήρωες του Ντοστογέφσκυ.

Σε ένα γράμμα του περιγράφει τους ανθρώπους που μένουν στα διπλανά δωμάτια από αυτόν:

“… μου κάνει εντύπωση όμως πως κάθουνται μέσα σε τέτοια Σόδομα άνθρωποι φαμελίτες. Μια ολόκληρη οικογένεια από κάτι φτωχούς έχει νοικιάσει από τη σπιτονοικοκυρά μας μια κάμαρη… πολύ ήσυχοι άνθρωποι!”

[με το καλημέρα, τους εντάσσει στην κατηγορία των φτωχών που ζουν όλοι μαζί σε μια κάμαρη. Αρχίζουμε να φανταζόμαστε πώς είναι να ζει μια ολόκληρη οικογένεια σε μια κάμαρη.]

“Ούτε ακούγονται καθόλου. Κάθουνται σε μια και μόνο καμαρούλα, χωρισμένη μ’ ένα μεσότοιχο. Αυτός είναι κάποιος δημόσιος υπάλληλος δίχως θέση, παυμένος εδώ κι επτά χρόνια από την υπηρεσία με κάποια αφορμή… είναι ασπρομάλλης, κοντούλης, φοράει κάτι λιγδιασμένα, τόσο στραπατσαρισμένα ρούχα, που σφίγγεται η καρδιά σου να τον βλέπεις, πολύ χειρότερα από τα δικά μου!”

[Τότε η θέση του δημόσιου υπάλληλου πρέπει να ήταν πολύ σπουδαία. Τουλάχιστον πληρωνόταν με κάποια ελάχιστα ρούβλια, που ίσα θα του έφταναν να μη πεθάνει από την πείνα, όπως θα συνέβαινε με όσους δεν είχαν εισοδήματα. Αλλά τώρα, εδώ και επτά χρόνια δεν είναι πλέον, “παύθηκε” όπως μας λέει. Επίσης, φαίνεται ότι θα ήταν πολύ εύκολο να χάσει κάποιος τη δουλειά του. Δεν υπήρχαν κανόνες εργατικού δικαίου. Μάλλον θα έκανε ότι ήθελε ο διευθυντής της κάθε δημόσιας υπηρεσίας.

Και αρχίζοντας την περιγραφή του μας δείχνει ένα ανθρωπάκι κοντούλικο, κακόμοιρο, καχεκτικό. Τα ρούχα του πανβρώμικα και μάλλον σκισμένα. Και εδώ είναι που αρχίζει να μας μιλάει και για τον εαυτό του. Και τα δικά του ρούχα είναι απαίσια, αλλά συγκρινόμενα με αυτά του καχεκτικού γείτονα, τα δικά του είναι επίπεδου λόρδου. ]

“Αξιολύπητος, αρρωστιάρης, τα γονατάκια του τρέμουν, τα χέρια του τρέμουν, το κεφάλι τρέμει, από αρρώστια νάναι τάχα, ένας Θεός ξέρει, είναι αθάρευτος, όλους τους φοβάται, στέκει παράμερα. Δε λέω, κι εγώ είμαι ντροπαλός, μα μπροστά σ’ αυτόν δεν πιάνω χαρτωσιά”.

[Το προφίλ του γείτονα γίνεται όλο και πιο απαίσιο. Ακόμα και τα “γονατάκια” του τρέμουν, το πιθανότερο από την πείνα, αλλά ίσως και από την τρομάρα του. Όλος ο γείτονας είναι ένα τρεμούλιασμα. Πώς να του δώσει κάποιος σημασία; πώς να τον υπολογίζει κάποιος για άνθρωπο; πώς να μην τον πετάξουν με το πρώτο από την υπηρεσία; Πώς το ανθρωπάκι αυτό να υπερασπιστεί τη ζωή του; πώς να περιμένουν οι άλλοι της φαμίλιας να τους ταϊσει;

Τέτοια ερωτήματα δημιουργούνται στον αναγνώστη. Πώς να μη καταλήξει ο αναγνώστης στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες ζωής σε όλο τον κόσμο εκείνα τα σουβλερά χρόνια, ήταν απαίσια;  Ένα φοβισμένο ζώο, ο γείτονας, στέκει απλά κάπου να μην ενοχλεί, να μην τον πατήσουν. Απλά, επιτρέπει στην απαισιότητά του να ζει. Και ξανά αποκαλύπτει τον εαυτό του, λέγοντάς μας ότι και αυτός είναι ένα ντροπαλό ανθρωπάκι. Αλλά και πάλι συγκρινόμενος με τον γείτονα αυτός ο ίδιος είναι τουλάχιστον ρήτορας στη Ρωσική Βουλή.]

“Η φαμίλια του είναι – γυναίκα και τρία παιδιά. Το μεγαλύτερο, έν’ αγοράκι, είναι ίδιος ο πατέρας του, καχεκτικό κι αυτό. Η γυναίκα του θάταν κάποτε πολύ νόστιμη, και τώρα ακόμη φαίνεται, φοράει, η άμοιρη, ένα τόσο κουρελιασμένο φορεματάκι!…”

[Δεν φτάνει που ο πατέρας έχει τα χάλια του, αλλά και το παιδί είναι από τα ίδια. “Καχεκτικό” και αυτό, και σίγουρα από την πείνα, από τι άλλο; Η γυναίκα του ήταν κάποτε κοριτσούδι, ήταν κάποτε όμορφο, ακόμα φαίνεται αχνά η ομορφιά της. Αλλά τώρα είναι και αυτή ένα ακόμη παράσιτο επί της γης. Κουρελιασμένα ρούχα κοσμούν το πετσί της.]

Σε κάποιο σημείο, η φτωχή, της ιστορίας μας, λέει αφηγούμενη για τα παιδικά της χρόνια:

“Η μητέρα, θυμάμαι, και να κλάψει φοβόταν, μια λέξη φοβόταν να πει, μην τύχει και ξοργίσει τον πατέρα”.

[Εργατική οικογένεια, για σπίτι μια κάμαρη, με κάμποσα πεινασμένα παιδιά γύρω, σκοτεινή, υγρή, κρύα. Ένας πατέρας ίσως χωρίς δουλειά, ή άρρωστος ίσως, και μια μάνα που στέκεται σκιά του εαυτού της. Φοβάται και να μιλήσει, φοβάται ακόμα και τη φωνή της. Η γυναίκα-μάνα όχι απλά σε δεύτερο ρόλο, αλλά στον τελευταίο τροχό του σπιτιού. Πόσο πιο αυτοκτονική εικόνα!]

“Μόλις πέθανε ο πατέρας, οι δανειστές παρουσιάστηκαν μπροστά μας σαν να ξεφύτρωσαν από τη γη, μπουλούκι ολάκερο χύμηξαν”.

[Τελικά ακόμα κι αν ο πατέρας ήταν άνεργος ή ανίκανος για εργασία, ή μέθυσος βάσταγε μια μορφή οικογένειας. Πρόσφερε μια υποτυπώδη προστασία σε γυναίκα και παιδιά. Το σκηνικό τραγικό. Η κάσα στη μέση της κάμαρης. Γύρω του τα παιδιά και η γυναίκα, άντε και κάποιος γείτονας. Το σηκώνουν, το θάβουν, τα παιδιά και η γυναίκα μόνοι τους πια στον κόσμο αυτό. Το επόμενο στάδιο η ολική εξαθλίωση, και εκεί που αυτοί σκέφτονται πώς θα επιζήσουν από δω και πέρα, τι γίνεται μετά; Εισβάλουν μέσα όλοι αυτοί που είχαν δανείσει τον πατέρα.

Ο νεκρός είναι ακόμα ζεστός και ζητούν και αρπάζουν ακόμα και τα σώβρακά τους. Καμία προστασία πια. Κι αν ακόμα πεθάνουν από την πείνα οι υπόλοιποι της οικογένειας, κανένας δεν θα νοιαστεί, κανένας δεν θα κλάψει. Οι αδύνατοι της οικογένειας στο έλεος των πάντων. Έτσι σκληρή ήταν η κοινωνία τότε.]

και συνεχίζει για κάποιον που της έκανε μάθημα…

“Ο Ποκρόφσκι ήταν ένας φτωχός, πολύ φτωχός νέος, η υγεία του δεν του επέτρεπε ν’ ακολουθεί τακτικά τις σπουδές του, και μόνο έτσι, από συνήθεια, τον λέγαμε φοιτητή. Ζούσε σεμνά, ήσυχα, αμίλητα, τόσο, που ούτε τον ακούγαμε διόλου από την κάμαρή μας. Στην όψη του ήταν τόσο παράξενος, τόσο αδέξια περπατούσε, τόσο αδέξια χαιρετούσε, τόσο αδέξια μιλούσε, που στην αρχή ούτε να τον κοιτάξω δεν μπορούσα χωρίς γέλιο”.

[Μας το ξεκινάει ότι ήταν φτωχός. Εντάξει σχεδόν όλοι φτωχοί ήταν, δεν μας κινεί την περιέργεια. Αλλά επιμένει πιο κάτω, πολύ φτωχός, άρα τον φανταζόμαστε και κουρελή και πεινασμένο. Μας μιλάει για την πειραγμένη υγεία του που του απαγόρευε να παρακολουθεί τα μαθήματά του, ίσως. Και αυτό σύνηθες χαρακτηριστικό. Νέος, φτωχός και άρρωστος.

Πάμε πιο κάτω…

Δεν έφταναν όλα τα προηγούμενα, αλλά ήταν και σεμνός, αμίλητος που μάλλον δεν τολμούσε να μιλήσει, δεν σκεφτόταν να κουνηθεί αφού κανείς δεν τον άκουγε από δίπλα. Απαρατήρητος πέρναγε, ένα κακόμοιρο φτωχαδάκι. Ήταν και παράξενος, όλα πάνω του ήταν πολύ παράξενα και πολύ αδέξια. Τα “πάντα” του ήταν ένα κουσούρι, ένα κατάντημα ανθρώπου,  που προκαλούσε μόνο γέλιο. Συνοψίζοντας: φτωχό, άρρωστο, ζωντανό-νεκρό ανθρωπάκι, αδέξιο. Πόσο χειρότερα πια!]

και συνεχίζει…

“Η ιδέα πως εμείς, παιδιά πράγματα, με τη σκληρότητά μας τον κάναμε να κλάψει, ήταν για μένα ανυπόφορη. Πάει να πει, πως τα περιμέναμε τα δάκρυά του, τα θέλαμε, πάει να πει, τα καταφέραμε να τον ρίξουμε σε τελειωτική απελπισιά, δια της βίας. Τον αναγκάσαμε το δυστυχισμένο, το φτωχό, να θυμηθεί τη σκληρή του μοίρα!”

[Κατ’ αρχάς βλέπουμε κάποια καλόπαιδα που με τη παιδική κακία προκαλούν τη δυστυχία στον άλλον, τον αδύναμο καθηγητή, φοιτητή τον φώναζαν. Και πώς φανταζόμαστε τον καθηγητή; όχι “δυστυχισμένος και φτωχός” αλλά “δυστυχισμένο και φτωχό”  και όλα τα κακά της μοίρας του. Δηλαδή, ένα τέλειο δυστυχισμένο πλάσμα έρμαιο στις διαθέσεις και στα νύχια κάποιων σκληρών παιδιών.]

Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες ήρωες του έργου συνεχίζουν να ξεδιπλώνονται για τον πατέρα του καθηγητή:

“Στο σπίτι μας ερχόταν πού και πού ένα γεροντάκι λερωμένο, κακοντυμένο, μικρόσωμο, ασπρομάλλικο, σακουλιασμένο, αδέξιο, με μια λέξη παράξενο όσο παίρνει. Στην πρώτη ματιά που τούριχνε κανείς, μπορούσε να υποθέσει, πως σαν να φοβόταν κάτι εκείνος, σαν να ντρεπόταν τον ίδιο τον εαυτό του. Για το λόγο αυτό, πάντοτε κάπως ζάρωνε, κάπως μόρφαζε, είχε κάτι τέτοια φερσίματα….”

[Αφήνουμε τη φαντασία ελεύθερη να φτιάξει την κοψιά του γέρου.  Ρούχα σκισμένα,  βρωμερά και ίσως τέσσερα νούμερα πιο μεγάλα από αυτόν. Πρόσωπο  γεμάτο ρυτίδες, ελιές, σπυριά. Καμπουριασμένος, πάντα να φοβάται τον ίσκιο του, να κάνει μορφασμούς είτε από αμηχανία είτε από πόνους στο γέρικο σώμα. Ένα κοντούλικο πραγματάκι.]

Λίγο πιο κάτω, η φτωχή,  συνεχίζει για τον γέρο…

“… έβγαζε το παλτουδάκι του, το καπέλο, που πάντα ήταν τσαλακωμένο, κατατρυπημένο, με πελώριους γύρους, τα κρεμούσε όλα στο καρφί, αθόρυβα, αμίλητα…”

[Η περιγραφή της φτώχιας, μέσω των ρούχων του, συνεχίζεται αμείωτη. Και όλα τα αντικείμενα του γέρου αναφέρονται με υποκοριστικά (παλτουδάκι) που τα κάνει ακόμα πιο ασήμαντα. Όλα τα αντικείμενα του γέρου είναι τόσο μικρά που δεν είχαν καμία αξία, και που τα φόραγε δεν τα πρόσεχε κανείς. Όσο για τις κινήσεις του; Δεν ενοχλούσε κανέναν, όλα γίνονταν αθόρυβα, έτρεμε μην ενοχλήσει τους άλλους.

Και η κάμαρη φυσικά αντί για κρεμάστρα ρούχων διέθετε μόνο καρφί. Άντε και μια μισοσπασμένη καρέκλα άντε και ένα ντιβάνι φτιαγμένο από βρομόχορτα, άντε να μπαίνει και λίγο φως από ένα τόσο δα μικρό παραθυράκι. Πιο κει και το δοχείο νυκτός να διασκορπίζει τις υπέροχες μυρωδιές του.]

Λίγο πιο κάτω εμφανίζεται η σπιτονοικοκυρά αυτής της κάμαρης που μόλις τώρα έχει επισκεφτεί ο γέρος…

“… Την Άννα Φιοντόροβνα όμως τη μισούσε ο γέρος, αν και μπροστά της στεκόταν βουβός κι ασάλευτος…”

[Ο φαφούτης, ένας κοντός, βρώμικος, αδέξιος, σακουλιασμένος γέρος ας πούμε εξήντα χρονών. Η αφράτη, μέγαιρα, μια παχουλούτσικη σπιτονοικοκυρά ας πούμε τριάντα χρονών συναντιούνται στον διάδρομο. Ο γέρος γίνεται χαλκομανία στον τοίχο, το ράβει, σταματά να αναπνέει. Βλέπεις η μέγαιρα είναι ικανή να τον πλακώσει στο ξύλο, έτσι γιατί δεν της αρέσει η μούρη του.

Αλλά ταυτόχρονα θα ήθελε ο γέρος να μπει στην κάμαρή της και να την πνίξει με το μαξιλάρι της, να τη σκάσει σαν μπαλόνι, ν’ ακουστεί το μπαμ σε όλη τη γειτονιά. Τότε, ναι, τότε δεν θα την φοβόταν πια. Αλλά όσο δεν τολμάει να το κάνει (και δεν πρόκειται να το κάνει, γιατί και πεθαμένη θα τη φοβάται) θα την τρέμει.]

Η φτωχή θέλοντας να τονίσει την ντροπαλοσύνη του καθηγητή αφηγείται:

“… Εκείνος ανασηκώθηκε, με ζύγωσε κατασαστισμένος, ντράπηκε φοβερά, κάτι μουρμούρισε, φαίνεται για κάτι ζητούσε συχώρεση, ίσως γι’ αυτό, που μόλις τώρα παρατήρησε, πως είμαι μια τόσο μεγάλη κοπέλα….”.

[Ο καθηγητής ντράπηκε που ίσως σκέφτηκε κάτι για το σώμα της μικρής, αφού πλέον αυτή έδειχνε μεγάλη. Για να σαστίζει και να ζητάει συχώρεση ο καθηγητής πρέπει να ήταν ένας πολύ συνεσταλμένος τύπος, τόσο πολύ που σάστισε ακόμα και για φυσιολογικές καταστάσεις.]

και συνεχίζει…

Ο πατέρας του καθηγητή, αυτός ο γέρος, που λέγαμε πιο πριν, έχει αγοράσει βιβλία του Πούσκιν. Μπαίνει, λοιπόν, στο σαλόνι του σπιτιού όπου μένει ο γιος για να του τα κάνει δώρο. “Όλοι καθόμαστε την ώρα εκείνη στη σάλα στης Άννας Φιοντόροβνας, και πίναμε καφέ (ήταν Κυριακή). Ο γέροντας άρχισε μου φαίνεται απ’ αυτό, πως ο Πούσκιν ήταν ένας πάρα πολύ καλός ποιητής.

Από κει έχασε τα λόγια του, μπερδεύτηκε, άλλαξε έξαφνα θέμα και έλεγε, πώς πρέπει να φέρεται καλά κανείς, και πώς όταν ο άνθρωπος φέρεται άσχημα…”

[Τι βλέπουμε εμείς σαν αναγνώστες: Ένα γεροντάκι που έχει παρουσιαστεί μέχρι τώρα σαν ασήμαντο, φτωχό, ντροπαλό ανθρωπάκι. Τι μπορεί αυτό να ξέρει από ποίηση; Εδώ παίζει να μην ήξερε καν γράμματα. Απλά, άκουσε το όνομα Πιούκιν και ξεκίνησε, ενώπιον όλων, να κάνει φιλότιμες προσπάθειες να φανεί λίγο μορφωμένος. Δηλαδή,  άντε λίγο πιο μορφωμένος από όσους ήταν εκείνη την ώρα στο σαλόνι. Αλλά εκτός του ονόματος του ποιητή δεν ήξερε τι άλλο να πει και άρχισε να λέει βλακείες περί ανέμων και υδάτων.]

Ο δάσκαλος εν τω μεταξύ ψάχνει αγωνιωδώς κάτι για να βάλει μια μπουκιά στο στόμα.

“Έφτασε φθινόπωρο. Κάθε μέρα έβγαινε έξω με το αλαφρύ παλτουδάκι του, να φροντίσει για τις δουλειές του, να παρακαλέσει και να ζητιανέψει οπουδήποτε μια θεσούλα, -πράγμα που του κόστιζε πολύ, έβρεχε τα πόδια του, μουσκευόταν στην βροχή και στο τέλος, έπεσε στο κρεβάτι, απ’ όπου δεν ξανασηκώθηκε πια…”

[Φτώχια και άγιος ο Θεός με τη φράση “παλτουδάκι μέσα στο κρύο”. Σίγουρα και τα παπούτσια του σε άθλια κατάσταση, θα ήταν, αφού μας λέει ότι γινόταν μούσκεμα. Και προς τι όλα αυτά; για να “ζητιανέψει” μια θέση δασκάλου. Που θα του την έδινε μέσα στην μεγαλοθυμία του κάποιος ντόπιος άρχοντας. Αν υπήρχε διαθέσιμη θέση και δεν την είχε καπαρώσει κάποιος άλλος, επίσης, φτωχός.

Όλα εξαρτιόνταν από την καλή διάθεση του άρχοντα, από το θράσος του κάθε πολίτη να φτάσει μέχρι το γραφείο του, τις κατάλληλες γνωριμίες ίσως και τη διαφθορά που σίγουρα θα βασίλευε. Και όλα αυτά εφ΄ όσον δεν είχε πεθάνει στο μεταξύ από την πνευμονία που θα τον έπιανε με αυτό το απλό, φτωχό παλτουδάκι, το σίγουρα βρομερό και το σίγουρα κατατρυπημένο και σκωροφαγωμένο.]

Πόσο μικρούτσικος δείχνει

Σε γράμμα του προς την κρυφή αγαπημένη του…

“… Και πρέπει να ξέρετε αγαπημένη μου, και αν και είμαι άσημος άνθρωπος, κουτός άνθρωπος μάλιστα, η καρδιά μου ωστόσο είναι ίδια κι όμοια  με κάθε άλλου ανθρώπου […] μούκαναν κακό οι κακοί άνθρωποι […] θα με ρωτήσετε και γιατί σας τόκαναν; Ε, γι αυτό που είμαι φρονιμούλης, γι αυτό που είμαι ησυχούλης, γι αυτό που είμαι καλούλης

[Όλες τις ιδιότητες που δίνει στον εαυτό του σε υποκοριστική φόρμα. Όλα από λίγο, όλα μικρούλικα, και αφανή, και ποταπά. Αν “καταδεχόταν” κάποιος προύχοντας να τον πατήσει με την άμαξά του, τότε πάλι θα έλεγε με πάτησε μια αμαξούλα. Δεν πειράζει μωρέ, και τι έγινε που με πάτησε; ποιός είμαι εγώ; Ε, εντάξει, δεν με πάτησε και πολύ, απλά με έλιωσε στις ροδίτσες της. Υποβιβάζει συνεχώς τον εαυτό του, τον μικραίνει. Δείχνεται σαν ένα ανθρωπάκι, δηλαδή]

Και λίγο παρακάτω…

“… Πού να καταπιαστώ εγώ μαζί τους; Ρίχτε μου μια ματιά, αγαπημένη μου, είμαι άξιος εγώ για ραδιουργίες και φιλοδοξίες; …”

[Δεν μετέχει σε ραδιουργίες  γιατί είναι τίμιος άνθρωπος. Αυτό είναι το μήνυμα προς την αγαπημένη του, να τον εκτιμήσει περισσότερο. Φυσικά και τους ραδιούργους  δεν τους εκτιμά κανείς. Άρα ανεβάζει λίγο τον εαυτό του στα μάτια της.

Και μόλις έχει γεμίσει την καρδάρα της συμπάθειας σε εκείνην, ρίχνει μια και την χύνει όλη, λέγοντας της εκείνο το κακόμοιρο: “Είμαι εγώ για φιλοδοξίες;” Δηλαδή, πάλι ανθρωπάκι.]

Πιο κάτω…

Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι κάτι πρέπει αν κάνει για τον εαυτό του. Δεν μπορεί μια ζωή να αυτομαστιγώνεται:

“… Ευχάριστο είναι να δίνει κανείς το δίκιο και στον εαυτό του από καιρό σε καιρό.”

[Αρχίζει να ξυπνάει από τον λήθαργο του ανθρωπάκου]

Διαμόρφωση της εικόνας του από τα λόγια των άλλων

Σε γράμμα της αγαπημένης του προς αυτόν έχουμε την κλασική περίπτωση που αποκαλύπτει ο συγγραφέας τον ήρωα από τις περιγραφές των άλλων:

“Κοιταχτείτε λιγάκι με τι παλιόρουχα γυρίζετε! Ντροπή!”

Μα πέθανε, έτσι, απλό δεν είναι;

Ο ήρωας περιγράφει σκηνή από τη διπλανή του κάμαρα. Πέθανε το μικρό αγόρι του γείτονά του:

“Αχ, καλούλα μου, τι φτώχεια είναι αυτή που τους δέρνει! Και τι αταξία! Μα δεν είναι και παράξενο, όλη η οικογένεια κάθεται σε μια κάμαρη, ένα παραβάν τη χωρίζει μόνο, έτσι από ανθρωπιά. Η κασίτσα είχε στηθεί πια καταμεσής της κάμαρης, απλή, μα αρκετά ομορφούτσικη κασίτσα. […] Διόλου παράξενο να ξαλάφρωσαν, που τους έφυγε πια ένα βάρος από τους ώμους, κι έχουν άλλα δυο ακόμη, ένα μωρό κι ένα κοριτσάκι έξη χρονών και κάτι. […] Ο πατέρας με το παλιό λιγδιασμένο ζακέ του, κάθεται σε μια σπασμένη καρέκλα. Αυτός κλαίει μα μπορεί και να μην τρέχουν τα δάκρυα από λύπη, μα έτσι, από συνήθειο, είναι τσιμπλιάρης και δακρύζουν τα μάτια του.”

[Η φτώχεια δέρνει και γδέρνει. Και τι κάθετε να διαπιστώσει ο ήρωας; Ότι υπάρχει αταξία. Πού; Μέσα σε μια κάμαρη που μένουν όλοι μαζί και που τώρα φιλοξενεί και μια όμορφη κασίτσα. Κάσα και όμορφη; Το παιδί που είναι μέσα δεν το συζητάει, την ομορφιά της κασίτσας βλέπει. Ο θάνατος δεν είναι γεγονός, η κάμαρη με την αταξία της και την όμορφη κασίτσα είναι τα γεγονότα. Πόσο υπέφεραν εκείνοι οι άνθρωποι! Και, φυσικά, μας το επιβεβαιώνει με το επόμενο: Ξαλάφρωσαν κιόλας, που έφυγε ένα έξοδο, ένα παιδί, ένα αρρωστιάρικο, που ποιος ξέρει πόσα έξοδα έκαναν σε γιατρούς, μέχρι που ξαλάφρωσαν. Ούφ!

Και τέλος μας δίνει ο ήρωας μια και μας αποτελειώνει. Μας δείχνει έναν λιγδιάρη πάνω σε μια σπασμένη καρέκλα να κλαίει.

Όχι, μη βιάζεστε να τον λυπηθείτε (είτε αυτόν είτε το κακόμοιρο το παιδί – ποιος νοιάζεται για το παιδί!). Κλαίει επειδή είναι τσιμπλιάρης. Πόσο πιο απελπιστική κατάσταση! Δεν είναι άστοργος ο πατέρας, απλά φτωχός είναι, σε επίπεδο ζώου η ζωή τους.]

 

 

 

 

 

 


δείτε επίσης: χαρακτήρες από το έργο “Επιθεωρητής” του Γκόγκολ

Μείνετε συντονισμένοι για τη συνέχεια της ανάλυσης των χαρακτήρων…


 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *