Υπαπαντή διήγημα

Υπαπαντή

Home » Blog » Δημοσιεύσεις βιβλίων » Υπαπαντή


Υπαπαντή διήγημα

(Διαμαντόπετρα)

 γράφει ο Σπύρος Λούβρος

 

Στο φωτεινό πρόσωπο της νιότης

 

Προλογίζοντας την Υπαπαντή,

 

σκέκομαι με σεβασμό, μπρος στα συναισθήματα που γέννησε και γεννά τούτη η συνάντηση μαζί της, καθώς πάτησα δυο φορές τη γη της: κάτω και πάνω απ΄το νερό.

Και βλέποντάς τη,  γαληνεύοντας μαζί της  στου ουρανού και της θάλασσας την ηρεμοματιά, είναι να «απορείς», πατώντας γη, πως και δεν μπόρεσε τίποτα -μήτε και εκείνοι απ΄τους ανθρώπους που λογίζονται… θεοί- να ενώσει το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Μόνο η  βροχή  το κάνει ετούτο μπορετό.

Μα, κι Υπαπαντή μπόρεσε και δεν χαρίστηκε στον χρόνο, κράτησε και κρατά στα σωθηκά της όλες τις χαρές, τους έρωτες και τις λύπες που γεύτηκαν οι άνθρωποι σαν σιγοπερπατούσαν τον αυλόγυρό της, κι ακόμα των πουλιών τις συγκινήσεις καθώς τη θωρούσαν από ψηλά να πέφτει και να σηκώνεται.

Σήμερα, με τα φιλόξενα διπέζουλα  να σε  καρτερούν να ξαποστάσεις, ντυμένη με το ασπροφόρεμά της, φωτίζει κάθε γωνιά  της αρμυροβρεγμένης ακρογιαλιάς της: σαν φάρος μήπως και στο δρόμο της χαθείς, όμοια με  το φωτεινό καθάριο πρόσωπο της νιότης που σου θυμίζει, άνθρωπε, την αγνότητά του…μη και  τη χάσεις, χάθηκες, άνθρωπος δεν λογιέσαι.

 

«Δεν αυγαταίνει η ζωή σαν την κοροϊδεύεις με το μέτρημα»

 

  

Υπαπαντή

(Διαμαντόπετρα)

Καρδιά του καλοκαιριού, σε μια γωνιά της γης, ο ήλιος βασιλεύει στη δύση του. Μαγεία… καθώς οι βαθυκόκκινες ακτίνες του εισχωρούν στο ήρεμο απαλό γαλαζοπράσινο της θάλασσας. Άσκώθηκα από το διπέζουλο. Είχα μείνει μονάχος μου καθώς ο ίσκιος της είχε περάσει απέκεια. Μόνος! όχι δα, πως να μείνεις μόνος σε τούτη την πλευρά του δίστρατου που φώλιαζαν κρυμμένες καλά οι παιδικές μου ζαβολιές την ώρα που βιαζόμουνα να μεγαλώσω, με παρέα τούτηνε ΄δώ, μόνη και ρημαγμένη απ΄τον χρόνο και την εγκατάλειψη. Και τώρα… μικρό καράβι μοναχό του στη θάλασσα να μοιάζει, σαν ο άνθρωπος, με ΄κείνες τις μικρές μα τόσο σημαντικές «διορθώσεις» τη στόλισε με διαμαντόπετρες, όμορφα ριγμένες, αγκαλιαστά με το χαμόγελο της κυματοπλανεύτρας, και τούτη, απέριττη, αστραφτερή, ποζάρει… λίγο πριν το φλας ανάψει και μείνουν στο χαρτί ή και στον νου, φιγούρες μοναδικές στο χρώμα του ουρανού και της θάλασσας, με εκείνη τη γήινη μπορντούρα να τις κλείνει ερμητικά στον χρόνο.

Κάπως έτσι θα σκέφτηκα, και ζήλεψα. Και να, πίστεψα πως θα μπορούσα να της δώσω όσα της χρώσταγα από τις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Εκεί, που με το κοντοβράκι και τα ξυπόλυτα ποδαράκια μου πατούσα κάθε σπιθαμή της αλμυροβρεγμένης ακρογιαλιάς της, ψάχνοντας στην ρήχη -που μεγάλωνε ασύμμετρα την στεριά- να βρω και να μαζέψω σκαρτσιμά, δόλωμα για το αρμίδι μου.

Με την ανατολή στην πλάτη μου, κοίταγα την ασπροφορούσα πια μικρή εκκλησιά με τα δυο κυπαρίσσια που ξέμειναν στο πλάι της. Τα ωχρόχρωμα κεραμίδια της που έντυσαν τη βυθισμένη από τον χρόνο στέγη της, τις πράσινες με τον σταυρό στη μέση πόρτες της, εκεί που άλλοτε ήταν φυτρωμένες συκιές και μέσα της αγριόχορτα και βάτα.

Μου ’λειπε τούτη η ζωγραφιά της εγκατάλειψης, και πώς αλλιώς, αφού θυμάμαι…

Θυμάμαι πως σε κάθε αγκωναρογυμνό της προσπαθούσα να ποντομετρήσω τη ζωή της, ίδια και με τη σκέψη -σιωπηλά ή ακούγοντας τον αντίλαλο της φωνής μου- να αναρωτιέμαι το πούθε και το πώς της ύπαρξής της.

«Ε, αγένιαστο, αλιμάνκου κοντεύεις με το μέτρημα…».

«Νόνα! Να, είπα και σταυροκοπήθηκα. Μα το ναις, αγγελοκρούστηκα, έτσι που στο ξαφνικό το ρώτημά σου. Μα πούθε είσαι; Δεν σε έχω ματαδεί τριγύρω».

«Συμπάθιο, γιε μου. Δεν ήταν από σκοπού μου. Ρωτάς τον δρόμο που με ’φερε στην αυλή της. Τι θα βοηθήσει;… Άσε με να στρωνήσω και αν χρειαστεί, βλέπουμε…».

Μια αλμυροφαωμένη πέτρα στάθηκε φιλόξενη μαζί της και όπως πήρε την ανάσα της μου θύμισε τη μάνα, έτσι που μάζεψε όλη τη στοργή στη ματιά της καθώς με πρόσταζε:

«Κόπιασε και πες μου πώς σε κράζουνε… έλα, μην είσαι ντροπερνός».

«Σπύρο. Σπύρο με λένε».

«Κάτσε», μου είπε, παραμερίζοντας το ροκέτο της. «Κάτσε κοντά μου».

Έκανα όπως μου ’πε, κάπως αμήχανα μα θαρρετά.

«Και εσένα, γιαγιά, πώς σε λένε;» τη ρώτησα.

«Αγγέλω, μα κράζε με νόνα, έτσι, μιας μήτε παιδιά μήτε εγγόνια γνώρισα… μ’ αρέσει. Μα πες μου, τι μονολόγαες με τα αγκωνάρια να σωπαίνουν, τι;»

«Έπαιζα, μετρώντας αντικριστά παλάμη και αγκωνάρι. Στα παλαβά, κορόιδευα πως θα ’βρισκα τα χρόνια της».

«Καλορίζικό μου… τρεις ζωές μέτρημα θα ’θελες, όσοι κι οι αρχόντοι που τη διαφέντεψαν με πρώτο τον Κοκκίνη, νόμπιλος τση Κρήτης, που τούτηνε την έκτισε το  1713, αφότου ήρθε τσου Κορφούς από τον Χάντακα. Τον εκληρονομήσανε οι Θεοτόκηδες, μαζί και την Υπαπαντή, ώσπου και τούτοι την ετρατάρανε -με το αζημίωτο παναπεί- στον τοτόρο τον Σκάρπα…

«Νόνα, τσώπα τσώπα για λίγο, γιατί μπερδεύτηκα. Μολογάς για την εκκλησιά λες και τον ετρατάρανε λουκουμάδες ανήμερα του αγιού. Του λόου σου μπερδεύτηκες ή να με δοκιμάσεις ήθελες;»

«Αστραφτερό το μάτι σου, Σπυρέτο μου, μα και το μυαλό σου! Άκου λοιπόν, γιατί κι εγώ έτσι έμαθα ό,τι για τα χρόνια μου ξέρω. Ετότενες, δεξίωσες και φούμαρα για τσου πλούσιους δεν ήτανε πολλά. Οι εκκλησιές ήτανε, για την εποχή ετουτηνής και πόσονε ακόμα, δείγμα πλουτισμού των αρχόντωνε, μα δεν μαρτύραε πως έκρυβε και πίστη. Κατάλαβες τώρα ορέ μόμολο πως δεν εμπερδεύτηκα, μα πως την αλήθεια ανάντελα ειρωνεύτηκα;».

«Ε, τώρα ναι… τίποτα δεν αποσκέπασες. Κι εικόνες; Δεν είχε η εκκλησιά εικόνες; Τίποτα δεν άκουσες για αυτές;».

«Γίνεται εκκλησιά χωρίς εικόνες ψυχή μου; Δεν ξέρω πολλά, πέρα πως είναι πολύ παλιές και πως τις έχουνε φυλαγμένες».

«Κι ο Σκάρπας;».

«Σαν τέλεψε κι ο τοτόρος ρήμαξε κι η Υπαπαντή. Αυτός δεν ματαγυρίζει, μα για τούτηνε… κάποιος θα βρεθεί να σημάνει την ανάσταση. Κι εσύ έχε τ’ αμέντι σου. Δεν αυγαταίνει η ζωή σαν την κοροϊδεύεις με το μέτρημα. Οι άνθρωποι είναι η αλήθεια της. Μα ξελωλώθηκα Σπυρέτο μου, επέρασε μπροστά μας η σκιά της κι είναι αργά για τα χρόνια μου…

Έμεινα να την ακολουθώ με το βλέμμα μου, και την παλάμη μου να χαϊδεύει του μετώπου το αγγελοφίλημά της…

Η Υπαπαντή των παιδικών μου χρόνων ήταν εκεί, αληθωστολισμένη με την αλήθεια τσ’  Αγγέλως ολόγυρά της, αναστημένη μέσα από τον προικισμένο λόγο του δασκάλου μας και των συνεχιστών του, ανθρώπων τόσων.

Και τώρα κοιτάζω αριστερά, στην απέναντι από το ιερό της ακτή, εκεί που άλλοτε δύο βαρκούλες όλες και όλες, δεμένες, περίμεναν τον καπετάνιο τους υπομονετικά. Τώρα χάνεσαι από τα άλμπουρα και τα πανιά των μικρών και μεγάλων σκαριών, με κίνηση άλλοτε του αγέρα και άλλοτε της μηχανής, όλα δεμένα το ένα δίπλα στ’ άλλο, σε χώρο που δημιούργησαν για τούτα μόνο.

Να και οι ευκάλυπτοι, ψηλοί, βαθιά ριζωμένοι και απόμακρά τους  θαμνοσκεπασμένη η παραλία, με την  σκαλινάδα του πλοιάρχου αδιάβατη, και πιο πέρα, στο ποταμάκι, μια οικογένεια χινωδών με τους λυγερόλαιμους κύκνους να ηγεμονεύουν στης ματιάς το κλείστρο: μπουσκαρία… ζωντανή εικόνα του χθές, οδός κύκνων στο ταξίδι του σήμερα,  και στο «βάθος» να ζωντανεύουν οι παιδικές φωνές, σαν  όλα περνούν από τη φθορά στη γέννηση και αντίστροφα• απάγγιο… της ψυχής, παρηγοριά στη μοναξιά του σήμερα κι΄ας πέρασε απρόσκλητος ο χρόνος σβήνοντας κάθε σημάδι για το πούθε κρατάει το όνομά της. Αναμνήσεις! με συναίσθημα δυνατό, συγκίνηση, καθώς τ΄απαλοχτύπημα του αγέρα σου φέρνει   έντονα τη μυρουδιά της αλμύρας στα ρουθούνια σου.

Μα να! εκεί που τίποτα δεν άλλαξε ήταν το κοίταγμα ψηλά στον ουρανό. Με το βαθύ γαλάζιο του χρώμα και τα άσπρα συννεφάκια του λιοπεραστά να συναλλάσσουν θέσεις και σχήματα, μέχρι τη στιγμή που θυμωμένα αρχίζουν και σκοτεινιάζουν και οι πρώτες σταγόνες τους,  να, κοίτα! συναντώνται, κάνοντας μικρούς κύκλους πάνω στο απέραντο γαλαζοπράσινο της θάλασσας που κι’ αυτή, σε μια θαυμαστή συνεργατικότητα θυμώνει, κυματίζει τώρα γρηγορότερα, χτυπώντας με δύναμη στις πέτρινες δαντελωτές κορδέλες που με τέχνη τοποθέτησαν ολόγυρά της, για να δημιουργήσουν τον αυλόγυρο και τον δρόμο της.

  

Υπαπαντή…

Την ένωσαν απόλυτα με τη στεριά, τη στόλισαν με όμορφα λουλούδια και δενδράκια μέσα σε περίτεχνες ζαρντινιέρες και εσύ να κάθεσαι εκεί, στα πέτρινα σκαλιστά διπέζουλα, και να μη χορταίνεις τούτο το αρμονικό πάντρεμα ουρανού και γης, καταμεσής στη θάλασσα, ακούγοντας τους ήχους της καμπάνας σαν προσπαθούν να δέσουν, την αρμονία τους, με αυτών στ΄ αυτοκίνητα που σε πομπή, μόλις που διακρίνονται να κινούνται στον δρόμο με τα κυπαρίσσια και τα λιόδενδρα.

Μπροστά ένα ανοιχτόροφο, στολισμένο με λευκά λουλούδια και κορδέλες, σημάδι πως για τούτο χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες και ίδια αγνάντευε στην πόρτα της Υπαπαντής ολόρθος ο παπάς τους καλεσμένους του.

Και να ο γαμπρός, η προπομπή, και πιο πίσω κατά χρόνο -όπως το έθιμο προστάζει- η νύφη. Χαμογελαστοί αντάμωσαν τώρα και οι δυο, σαν ουρανός και γη στην ένωσή τους και γύρω γύρω η θάλασσα κουμπάρα!

Διαμαντόπετρα!της ύπαρξης μου σταυροδρόμι, της ανυπαρξίας μέρος συνάντησης…

 

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αγγελοκρούστηκα: φοβήθηκα

αγένιαστος: χωρίς γένια, έφηβος

αλιμάνκου: τουλάχιστον

αμέντι:  στο νου, στην προσοχή, «έχε τ’ αμέντι σου», όπως «πρόσεχε, να έχεις το νου    σου»

ανάντελα: δύστροπα, με θυμό.

απέκεια: απέναντι

αποθώνω: κατεβάζω κάτι, ξεφορτώνω

αποσκέπασες: έκρυψες

ασκώθηκα: σηκώθηκα

μα το ναις : μα την αλήθεια (στον όρκο)

μόμολος: μικρό παιδί, αστείος, ασήμαντος

νόμπιλος: ευγενής, αριστοκράτης

νόνα: γιαγιά

ντροπερνός: ντροπαλός

ρήχη:το φαινόμενο της άμπωτης

ροκέτο: φουστάνι – γυναίκας της υπαίθρου – με πολλές πτυχές

σκαρτσιμάς: καραβιδάκι

τοτόρος: γιατρός

τρατάρω: κερνώ, προσφέρω

ξελωλώθηκα: αφαιρέθηκα

 

Βιογραφικό του συγγραφέα

υπαπαντή διήγημα

Ο Σπύρος Λούβρος, γεννήθηκε και ζει στην όμορφη Κέρκυρα.
Είναι απόστρατος  του Πυροσβεστικού Σώματος  και  ασχολείται με τη λογοτεχνία τα τελευταία πέντε χρόνια.
Η «ΥΠΑΠΑΝΤΗ» είναι το πρώτο δημοσιευμένο διήγημά του.

 


 

 

2 σκέψεις στο “Υπαπαντή

  1. Η αφηγηματική δεξιότητα του συγγραφέα σε ταξιδεύει κ σου αναδύκνυει τις ομορφιές του τοπίου . Η γαλήνη κ η ηρεμία είναι στοιχεία που σου δημιουργούνται από την πρώτες κιόλας σειρές του διηγήματος !!! Όσες φορές κ να το διαβάσεις οι σκέψεις ταξιδεύουν την ψυχη σου σε αυτό το όμορφο τοπίο της Υπαπαντης !!!!!

  2. Ο συγγραφέας, μέσα από την αφηγηματική του δεξιότητα, την ποιητικότητα του λόγου, καταφέρνει να αναδείξει σε αυτό το διήγημα
    την υπέροχη ομορφιά της Υπαπαντής.
    Δεν θα αφήσει ασυγκίνητο τον αναγνώστη όσες φορές το διαβάσει!!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *