Ο Λάκης της Επιδαύρου

κείμενο του Β.Γ.

Καλοκαίρι. Μεσημέρι Σαββάτου. Μόλις φτάσαμε στην Επίδαυρο.
Το βράδυ θα παρακολουθήσουμε στο θέατρο αρχαία τραγωδία. Δεν είμαι δα και λάτρης του είδους, όμως, θα προηγηθεί μπάνιο και φαγητό σε παραθαλάσσιο ταβερνάκι, που όλα μαζί, όπως υποστηρίζει ο φίλος μου ο Πάνος, συνδυάζουν το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Η παραλία μπροστά μας πανέμορφη, αλλά γύρω δεν υπάρχει ψυχή. Η απορία μας λύνεται όταν μπαίνουμε στο νερό. Σε κάθε μας βήμα συναντάμε πέτρες και αχινούς.
Βγαίνουμε και επιστρέφουμε με βατραχοπέδιλα. – Σκέτη απόλαυση!

Κάτω από μια ομπρέλα θαλάσσης ο Πάνος πασχίζει να με μάθει τάβλι, δίπλα μας η γυναίκα μου παρακολουθεί με ενδιαφέρον και λίγα μέτρα πιο πέρα η Σύλβια κάνει ηλιοθεραπεία… Πότε η αγγλίδα βγήκε απ’ το νερό, πότε πέταξε το μαγιό της, πότε ξάπλωσε ανάσκελα κάτω απ’ τον ήλιο με τα πόδια της ανοιχτά, ούτε που το κατάλαβα.
Με το που την είδα, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στο ‘‘τερπνόν μετά του ωφελίμου’’. Βρε μήπως ο Πάνος υπονοούσε και… Με καθησύχασε η γυναίκα μου. Κάνοντάς μου νοήματα, μου ’δωσε να καταλάβω ότι η Σύλβια έχει κάποιο πρόβλημα και ακολουθεί τις οδηγίες των γιατρών της!

Πριν από λίγο μου ’ρθε σκοτοδίνη. Καθώς το ’να μου μάτι ήταν απορροφημένο στα πούλια και τις κινήσεις που μου υποδείκνυε ο Πάνος, την ίδια στιγμή, το άλλο, προσέχοντας μην εκτεθώ, ‘‘έπαιζε’’ προς τη μεριά της Σύλβιας, που, στην προσπάθειά της να σπρώξει από κάτω της μια πετσέτα του μπάνιου, κρατούσε τη λεκάνη της ανασηκωμένη ψηλά, στον αέρα. Τρόμαξα να συνέλθω, γιατί ποτέ δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μου η ιδέα, ότι κάποτε, για θεραπευτικούς λόγους, η γυναίκα του καλύτερού μου φίλου θα με σημάδευε με προτεταμένο το πράμα της.
«Αφαιρέθηκες», μου λέει ο Πάνος, «η σειρά σου».
Θα ’θελα να του απαντήσω ότι χάνουμε την ώρα μας, γιατί, έχω ήδη καταλήξει: δεν το πάω το τάβλι· το βαριέμαι. Όμως, ο φίλος μου το λατρεύει και προσπαθεί με τόσο πάθος να μου το μάθει, που δεν το τολμώ. Παίρνω λοιπόν τα ζάρια στη χούφτα μου, τα ζυγίζω, καθυστερώ λιγάκι, προσπαθώντας να μιμηθώ τις δικές του κινήσεις, και κει που απλώνω το χέρι μου να τα ρίξω…
«Λάκη! Λάκη!… Όχι στα βαθιά αγόρι μου».
Το χέρι μου μένει μετέωρο. Και μένα με φωνάζουν Λάκη, αλλά διάολε! δεν είμαι στα βαθιά.
Μια αρκετά νέα γυναίκα βαδίζει κατ’ ευθείαν επάνω μας. Προσπαθεί να κινηθεί γρήγορα, αλλά η άμμος τη δυσκολεύει. Καθώς περνάει ανάμεσά μας, με το βλέμμα της ανήσυχο, στραμμένο προς το βάθος της θάλασσας, δίνει την αίσθηση ότι δεν έχει καν αντιληφθεί την παρουσία μας εκεί.
Η φωνή της ακούγεται ξανά:
«Λάκη! Λάκη!… Όχι άλλο αγόρι μου, έχεις φάει».
Την παρακολουθούμε στην πορεία της προς τον Λάκη της θάλασσας. Δείχνει πολύ ταραγμένη. Κάτι δεν πάει καλά.
«Ρε Πάνο, μήπως κινδυνεύει το παιδί;»
«Παίξε ρε… σκυλί είναι», μου απαντά.
Αναζητώ τα γυαλιά μου. Ο Πάνος έχει δίκιο.
Η γυναίκα έχει ήδη φτάσει κοντά στο σκυλί· του απλώνει τα χέρια της· το εκλιπαρεί:
«Έλα αγόρι μου, έλα… φτάνει πια, θα κρυώσεις!»
Το αγόρι της θάλασσας, ο Λάκης, φαίνεται να μην ακούει ή κάνει πως δεν ακούει. Οργώνει τα κύματα σαν δελφίνι. Είναι ολοφάνερο ότι απολαμβάνει τη δροσιά του νερού.
Όποια κίνηση κι αν κάνει το σκυλί μέσα στη θάλασσα, την ίδια κίνηση επαναλαμβάνει η γυναίκα στην ακτή. Αριστερά ο Λάκης; Αριστερά κι αυτή. Δεξιά ο Λάκης; Δεξιά κι αυτή· φροντίζοντας να βρίσκονται οι δυο τους πάντοτε στην ίδια ευθεία. Όταν πάλι αυτός πλησιάζει, αυτή τρέχει και ανοίγει την αγκαλιά της να τον υποδεχτεί· όμως, ο σαδιστής, την τελευταία στιγμή κάνει μεταβολή και με γρήγορες απλωτές απομακρύνεται στα βαθιά. Τότε, η γυναίκα πιάνει το κεφάλι της και ακούγεται να μονολογεί:
«Γιατί; Γιατί μου το κάνεις αυτό;»
Όλα της: ο τρόπος που κινείται, το παίξιμο των χεριών της, τα λόγια της, η παθιασμένη χροιά της φωνής της δίνουν την αίσθηση ότι η βραδινή παράσταση έχει ήδη αρχίσει.

Η ώρα περνά, ο Λάκης δεν εννοεί να βγει απ’ το νερό, κι αυτή αγωνιά όλο και πιο πολύ.
Είναι ψηλή. Τα μαλλιά της κοντά, καστανά. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αδρά, καλοσχηματισμένα. Μέσα απ’ το σκούρο εφαρμοστό μπλουζάκι που φοράει, το στήθος της διαγράφεται πληθωρικό, και στο κάτω μέρος, η φαρδιά, κίτρινη βερμούδα αφήνει ακάλυπτες λευκές, αψεγάδιαστες γάμπες.
Το πιο εντυπωσιακό επάνω της, η πετσέτα του μπάνιου που ’ναι περασμένη γύρω απ’ το λαιμό της: έχει χρώμα κόκκινο της φωτιάς, και τα δυο της άκρα, καθώς αιωρούνται αριστερά-δεξιά στο ύψος των γοφών της, εκτελούν απίθανους στροβιλισμούς, αποτρελαμένα από τις συνεχείς, σπασμωδικές κινήσεις της.

Στα καμώματα αυτής της γυναίκας κυριαρχεί κάτι το αλλοπρόσαλλο, το κωμικοτραγικό, που ειλικρινά με αναστατώνει. Σίγουρα, ξέρει από σκυλιά, και μάλιστα αυτόν, τον Λάκη, παραπάνω από καλά· ωστόσο, εκείνες οι κουβέντες της, ‘‘όχι στα βαθιά, έχεις φάει, θα κρυώσεις’’, με βάζουν σε σκέψεις.
«Ρε Πάνο, λες να ’ναι μουρλή;»
Η απάντησή του άμεση και με ύφος που δε σηκώνει αμφισβήτηση:
«Τι λες ρε μαλάκα; Δε βλέπεις ότι ο συνονόματός σου έχει σκίσει τη γάτα; Η κυρία είναι τρελή και παλαβή γι’ αυτόν, λιώμα».
Τα ζάρια λες κι έχουν ριζώσει στην παλάμη μου. Του κάνω νόημα ότι θα ’θελα να σταματήσουμε. Συμφωνεί, γιατί όπως λέει, με τέτοια φασαρία τάβλι δεν παίζεται.
Εκείνη τη στιγμή, η Σύλβια, που από τις φωνές έχει ανασηκωθεί στους αγκώνες της για να δει τι συμβαίνει, γυρίζει προς τη μεριά μας και ρωτάει:
«Panos, what’s that woman shouting for? What’s she asking for from that dog?» κι αυτός, κλείνοντάς μου το μάτι, όσο πιο πειστικά μπορεί, της απαντά:
«Come on Silvia, don’t you see? She is mad about him. She says she can’t wait any longer. She begs him to get out and fuck her».
Η απάντησή της μια ματιά κοφτή, παγερή.
«You’re a liar. You’ve never been fond of dogs» την ακούμε να μουρμουρίζει, καθώς χώνεται πάλι στην άμμο.

Λίγο πριν φέρει τη γυναίκα σε κατάσταση αλλοφροσύνης, ο Λάκης αποφασίζει να βγει απ΄ το νερό· κι είναι η έξοδός του, κι αυτή, μέρος της παράστασης που από ώρα δίνει· γιατί, ο αθεόφοβος, δε διστάζει να περάσει απ’ το πιο δύσβατο σημείο της ακτής, που ’ναι γεμάτο βράχια και γλιστερές λειχήνες. Και τα καταφέρνει, με επιδέξιες δρασκελιές και άλματα που κόβουν την ανάσα.
Και τώρα, να τος!… Μαύρος λύκος, τεράστιος, με κορμό ευλύγιστο και πόδια δυνατά, μυώδη. Τα μάτια του μεγάλα, εκφραστικά· τα αυτιά του ορθωμένα, μυτερά. Κουνάει διαρκώς την ουρά του και στριφογυρίζει προς όλες τις κατευθύνσεις, κρατώντας τη μουσούδα του ψηλά.
Με μια κίνηση κομπρεσέρ τινάζει το νερό από πάνω του κι αρχίζει ένα τροχαδάκι πέρα-δώθε, σαν σε πασαρέλα. Ξαφνικά, λοξοδρομεί προς τη Σύλβια, κι αφού χώνεται για λίγο ανάμεσα στα πόδια της, ανιχνεύοντας καινούργιες, γαργαλιστικές μυρωδιές, φεύγει βολίδα για την αγκαλιά της γυναίκας.

Την είχε πονέσει. Τώρα την αποζημιώνει.
Σκαρφαλώνει πάνω της και στηρίζει τα μπροστινά του πόδια στο στήθος της. Το κεφάλι του στο κεφάλι της. Η γλώσσα του απαιτητική, αχόρταγη. Τη γλύφει απ’ το λαιμό μέχρι το μέτωπο, τη μουσκεύει. Κι αυτή, έχοντας τα μάτια της κλειστά, κρατάει το κεφάλι του μέσα στις παλάμες της, όπως ο παπάς το δισκοπότηρο στη θεία μετάληψη, και με τα ’κροδάκτυλά της μαλάζει το σβέρκο του και το τραγανό από τ’ αυτιά του.
Χαμηλώνουν κι οι δυο τους. Αυτή, στα γόνατά της.
Βρίσκει την ευκαιρία να του τα ψάλει λιγάκι:
«Θέλεις να με πεθάνεις; Αφού ήξερες ότι δεν μπορώ να μπω στο νερό σήμερα».
Του λέει κι άλλα λόγια, λόγια πολλά, που τα περισσότερα δε φτάνουν σε μας. Εκείνος, στην αρχή δείχνει να συγκατανεύει, σκύβοντας το κεφάλι και γρυλίζοντας ελαφρά, αλλά πολύ γρήγορα αλλάζει συμπεριφορά. Ανασηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάζει κατάματα, ενώ τα πόδια του αρχίζουν να παίζουν νευρικά πάνω στην άμμο.
…Τώρα είναι εκτός εαυτού. Κινείται άτακτα γύρω της και το γάβγισμά του ξεκουφαίνει.
«Γαμώ το σου! Τι θέλεις πια; Άσε με να κάνω και γω μια φορά το κομμάτι μου!» μοιάζει να της λέει.
Όσο συνεχίζει τις αγριάδες του, αυτή παραμένει ακίνητη και σιωπηλή.
Ο θυμός του εκτονώνεται σιγά σιγά.
Τραβάει την πετσέτα απ’ το λαιμό της και σκύβει επάνω του. « Έχεις ιδρώσει», του λέει, και αρχίζει να τον σκουπίζει απαλά, σ’ όλο του το κορμί.
Δε γαβγίζει πια. Έχει αφεθεί στα χέρια της.
Στις ανάλαφρες κινήσεις της διακρίνει κανείς την τρυφεράδα της μάνας, όταν σφουγγίζει τον πισινούλη του μωρού της, αλλά και τη μαριολιά του θηλυκού, όταν χαϊδολογεί τον σύντροφό του.
Το κορμί του ανταποκρίνεται· το αποδεικνύει η στύση του που έχει ήδη αρχίσει να προβάλει πυρακτωμένη, ανοικονόμητη.
Ο Πάνος δε χάνει την ευκαιρία.
«Silvia! Silvia! Look at the dog».
Η Σύλβια κοιτάζει.
«Don’t you believe me now?»
Δεν του απαντά.

Έχει χορτάσει την αγκαλιά της. Νιώθει άβολα. Πνίγεται.
Στριφογυρίζει το λαιμό του. Οπισθοχωρεί.
Δεν τον αφήνει.
Σηκώνεται στα δυο του πόδια, τα λυγίζει, και μ’ ένα ξαφνικό τίναγμα ελευθερώνεται.
Απλώνει τα χέρια της να τον συγκρατήσει… χάνει την ισορροπία της και πέφτει φαρδιά-πλατιά στην άμμο.

Απομακρύνονται.
Αυτός τραβάει μπροστά, με περπατησιά γρήγορη, κι αυτή ακολουθεί, αγκομαχώντας.
Καθώς χάνονται πίσω από μια συστάδα θάμνων, η φωνή της ακούγεται ξεψυχισμένη, παρακλητική:
«Αγόρι μου… περίμενέ με… δεν μπορώ άλλο».

Κοιταζόμαστε συνεπαρμένοι, άφωνοι. Όλα αυτά τι να ’ταν άραγε; παιχνίδια; ή μήπως, όπως έλεγε ο Πάνος, απροκάλυπτες εκδηλώσεις μιας παθιασμένης σχέσης;

Η ζέστη αποπνικτική. Σηκωνόμαστε και μεις σιγά σιγά. Μαζεύουμε πετσέτες, βατραχοπέδιλα, τσάντες, και βαριεστημένα βαδίζουμε προς το αυτοκίνητό μας.
Μια απαστράπτουσα κόκκινη Μπεμβέ μας αναγκάζει να παραμερίσουμε. Κυλάει δίπλα μας. Στο τιμόνι, με σκούρα γυαλιά ηλίου, η κυρία του Λάκη· στο κάθισμα του συνοδηγού, σκέτο φιγουρίνι, ο Λάκης. Ο κορμός του, λουσμένος στις ανταύγειες από το εκτυφλωτικό μεσημεριανό λιοπύρι, κρέμεται έξω απ’ το παράθυρο. Το λαιμό του στολίζει βαριά, χρυσή καδένα· το κεφάλι του καλύπτει λευκό, ναυτικό καπέλο.
Καθώς το αυτοκίνητο απομακρύνεται, ο Λάκης μάς συνοδεύει με το βλέμμα του. Μας κοιτάζει επίμονα και, μέσα από το στόμα του που χάσκει, ξερνάει τη γλώσσα του κάτω, χαμηλά. Ζεσταίνεται; Μας κοροϊδεύει; Ποιος ξέρει;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *